Η ξερή κκελλέ του Κυπραίου | Απρίλιος 2016
Κοινωνία Πολιτική

Η ξερή κκελλέ του Κυπραίου | Απρίλιος 2016

chrysa apos2

Συννεφιασμένη Κυριακή,
μοιάζεις με την καρδιά μου,
που έχει πάντα συννεφιά,
Χριστέ και Παναγιά μου.

Σε κάθε γλέντι, κάθε οικογενειακό τραπέζι και συναφή συνεύρεση συνοδευομένη από μουσική –που θέλει τουλάχιστον να σέβεται τον εαυτό της– παίρνει τη θέση του κάποια στιγμή το εν λόγω τραγούδι του Τσιτσάνη. Αφού είναι γραμμένο το 1965, δημιουργείται ένα είδος θλίψης γι’ αυτούς που δεν κατάφεραν να το ακούσουν μέσα στο πλαίσιο παρουσίας τριών χιλιάδων χρόνων του Ελληνισμού σε τούτο τον κόσμο. Δηλαδή, χρήζει τόσο μεγάλης αναφοράς αυτό το άσμα, που ίσως θα έπρεπε, αν αντικρίσουμε τον παγκόσμιο χωροχρόνο εγωκεντρικά ως Ελληνισμός, να χωρίσουμε τον χρόνο σε προ και μετά «Συννεφιασμένης Κυριακής».

Ο λαός μας μέσα στο τραγούδι αυτό αντικρίζει όλα τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν ως ένα σημείο την ταυτότητά του και ίσως να δημιουργεί, μέσα στην υπερβολή του, και κάποιου είδους παραφιλολογία γύρω του. Μέσα στα πλαίσια αυτού του υπερβάλλοντος ζήλου, συχνά πυκνά, διακόπτοντας το τραγούδι, ακούς φωνές από τα λαϊκά στρώματα όπως: «Τούτο το τραγούδι εν’ γραμμένο που τον Θεό», «Θέλω να με θάψετε και να παίζει όταν σε βλέπω βροχερή, στιγμή δεν ησυχάζω, μαύρη μου κάνεις τη ζωή και βαριαναστενάζω». Αλλά και από τα διανοουμενίστικα στρώματα, όπως τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Κώστα Ζουράρι, για να προσδοθεί μια άλλη χροιά στη συζήτηση για τη συνέχεια της πολιτισμικής μας οντότητας, έγινε αναφορά στη «Συννεφιασμένη Κυριακή» ως συνέχεια του Ακάθιστου Ύμνου. Ότι, δηλαδή, «Τῇ ὑπερµάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια…» είναι ένα και το αυτό ως μουσική και κουβαλά την ίδια μουσική τεχνοτροπία με τη μουσική του Τρικαλινού λαϊκού μας συνθέτη. Η στήλη μας βρίσκει την εν λόγω αφήγηση τουλάχιστον συμπαθητική και αφήνεται στην κρίση του κάθε αναγνώστη η εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων για την ξεροκέφαλη ευρηματικότητα που κουβαλά ο λαός μας.

Ένα ακόμα στοιχείο που θεωρείται χαρακτηριστικό του πολιτισμού μας είναι η εμμονή, όπως αποκαλείται από πολλούς, για τη μνήμη και συνεπώς για το παρελθόν. Όταν φεύγει από τα εγκόσμια ένας άνθρωπος, από αρχαιοτάτων χρόνων, είτε στις παλιές μας θρησκείες είτε στον χριστιανισμό, πάντα, όταν θάβεται ο νεκρός τουλάχιστον, θάβεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ο τάφος του θανόντα αποκαλείται μνήμα και τελείται μνημόσυνο στις τρεις μέρες, στις σαράντα –όταν και λέγεται ότι μέχρι τότε η ψυχή του ακόμα τριγυρίζει στα εγκόσμια–, στους τρεις μήνες, στους εννιά μήνες, στον χρόνο και μετά κάθε χρόνο. Τουλάχιστον τις μισές Κυριακές του χρόνου η κάθε οικογένεια μνημονεύει ένα συγγενικό της ή φιλικό άτομο που πέθανε, προγιαγιάδες, προπαππούδες, γιαγιάδες, παππούδες, θείους, μανάδες, πατεράδες, αδέρφια, κουμπάρους, συμφοιτητές, συμπολεμιστές, συντρόφους, συναγωνιστές, αδερφικούς φίλους, γνωστούς. Σε πιο συλλογικό επίπεδο, κάθε χωριό πραγματοποιεί μνημόσυνο του συγχωριανού που έχασε τη ζωή του στον αγώνα της ΕΟΚΑ, του ΕΑΜ, στους Βαλκανικούς, στον Πρώτο Παγκόσμιο, δυναστών, του μέχρι πρότινος αγνοούμενου συγχωριανού, του Αλεξανδρινού συγχωριανού που έκτισε το τοπικό Δημοτικό Σχολείο κτλ. κτλ. Σε ακόμα πιο ευρύ συλλογικό επίπεδο, υπάρχουν ημέρες μνήμης, της Ελληνικής Επανάστασης, της 1ης Απριλίου, του απαγχονισμού του Καραολή και του Δημητρίου, του αγώνα του Ρεαλέξη, της αρχής της αντίστασης στον ιταλικό φασισμό, του τέλους της γερμανικής κατοχής, της μάχης του Μαραθώνα πριν δύο χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα έξι χρόνια, της γέννησης του Τσιτσάνη, της ίδρυσης του ΠΑΟΚ, της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, της μέρας που ο Άης Γιώρκης σκότωσε τον δράκο, της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, ακόμα και της ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δηλαδή, μόνο και μέσα από αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι πέραν της συμπαθητικής ξεροκεφαλιάς που προκύπτει από τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», τον λαό μας τον διακατέχει και μια αξιοσημείωτη σχέση με τη συνεχή μνημόνευση γεγονότων και ανθρώπων σε συλλογικό επίπεδο και μη.

Ως εκ τούτου, δώδεκα χρόνια μετά το σχέδιο Ανάν, όπου για κάποιους ξύπνησαν ξανά οι εμμονές και η «ξερή κκελέ του Κυπραίου», λίγες βδομάδες πριν τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας που γράφεται το κείμενο, η στήλη θέλει να ευχηθεί στον κάθε καλοθελητή που γιορτάζει κυρίως την Παγκόσμια Μέρα Μπριζόλας και Πεολειχίας καλή τύχη στην προσπάθειά του να μυήσει τον κυπριακό Ελληνισμό στη ΔΔΟ και να τουρτζιέψει.

Καλή Ανάσταση.

Ξένιος Μεσαρίτης

Χορεύοντας με τους Ντάλτον

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *