Ενοχικά σύνδρομα και αντιστασιακή αλλοτρίωση | ΕΝΩΣΙΣ Μαΐου
Κοινωνία Κυπριακό

Ενοχικά σύνδρομα και αντιστασιακή αλλοτρίωση | ΕΝΩΣΙΣ Μαΐου

8870925858_cb6a5406f3_b

Με αφορμή και τις πρόσφατες δηλώσεις του αξιότιμου κύριου Αμερικανού Πρέσβη στην Κύπρο, Τζον Κόνιγκ, ο οποίος δεν βλέπει να υπάρχει πρόβλημα εισβολής και κατοχής στην Κύπρο, ερχόμαστε να καυτηριάσουμε όχι τόσο τις ίδιες τις δηλώσεις του Πρέσβη, αλλά το τι οδήγησε την κυπριακή κοινωνία όχι μόνο να αποδέχεται τέτοιου είδους ανιστόρητη προπαγάνδα στον τόπο της, αλλά και να την επικροτεί. Στον κύριο Πρέσβη ένα έχουμε να πούμε. Ό,τι απάντησε και ο ίδιος. Ούτε μας αρέσει ούτε θέλουμε τη βοήθειά σου.

Αδιαμφισβήτητα, κάτι το οποίο έχει τεράστια σημασία στην αντιστροφή του ρόλου του θύματος με αυτόν του θύτη είναι τα ενοχικά σύνδρομα που προσπαθούν να δημιουργήσουν στον κυπριακό λαό μια συγκεκριμένη μερίδα πολιτικών, διανοουμένων, ΜΚΟ και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Με μία εργαλειακή αλλά και αναχρονιστική χρήση και ερμηνεία των πηγών, έρχονται να αποδομήσουν οποιαδήποτε αντιστασιακά αντανακλαστικά απέμειναν στο νησί. Το γεγονός ότι δίνεται έμφαση σε απομονωμένα συμβάντα αλλά και δευτερεύουσας σημασίας γεγονότα, με μία διαστρεβλωμένη οπτική γωνία και χωρίς να αναφέρεται παράλληλα το ιστορικό και κοινωνικό υπόβαθρο που υπήρχε κατά την εκάστοτε ιστορική περίοδο, οδηγεί στην εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων, με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται παράνομες πρακτικές στο μυαλό του ανυποψίαστου κοσμάκη. Αλλά και να μην επιτευχθεί η νομιμοποίηση, ο κόσμος οδηγείται σε ένα μπέρδεμα, σε μία εποικοδομητική για την ελίτ των «ευγενών ανθρωπιστών» ασάφεια.

Προφανώς και γνωρίζουν πολύ καλά ότι σε ένα οποιοδήποτε κίνημα το μεγαλύτερο πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι πολιτικοί ακτιβιστές είναι αυτή η εποικοδομητική ασάφεια. Δηλαδή, η ίδια η αναγνώριση του εχθρού ως κάτι το υπαρκτό και όχι ως κάτι το αόριστο, το άυλο, που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνο στη σφαίρα της «καφενεΐστικης» πολιτικής συζήτησης και στα πολυσέλιδα βιβλία που μιλούν για την καταπίεση των μαζών, τον καπιταλισμό και τις διεθνείς εθνοτικές διενέξεις. Ο κόσμος χρειάζεται κάτι το χειροπιαστό, κάτι το οποίο να μπορεί να δει, να αντιπαλευτεί και να νικήσει. Ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός, η αστική τάξη δεν είναι απλώς λέξεις, έννοιες και λοιπά ακαδημαϊκίστικα κουραφέξαλα για πολιτικά πάνελ και επίδειξη γνώσεων. Είναι πραγματικότητες που συνυπάρχουν μαζί μας, στην καθημερινότητά μας, στον χώρο εργασίας μας, στη γειτονιά μας, στην εκάστοτε διπλανή επεκτατική χώρα. Τα άτομα φέρουν τις ιδέες και σε δεύτερο στάδιο οι ιδέες τα άτομα. Οι ιδεολογίες, τα πολιτικά συστήματα, οι κοινωνικές τάξεις δεν υπάρχουν, χωρίς τους ανθρώπους που τα μετουσιώνουν σε πράξη ή τα αποτελούν.

Το παράδειγμα των Γερμανών είναι αρκετά χαρακτηριστικό, για την αντίθετη όψη. Ένας λαός που κάποια ιδιαίτερα πολιτισμικά του χαρακτηριστικά, αλλά και κάποιες ιστορικές συγκυρίες ομολογουμένως, τον οδηγούν σε συνεχή λάθη, αυταρχισμό και μίαν αέναη προσπάθεια ηγεμονισμού. Μετά από την ήττα των ναζιστικών στρατευμάτων, ο γερμανικός πληθυσμός, παρ’ όλο που αγκάλιασε σε σημαντική πλειοψηφία τον ρατσιστικό ναζισμό, πάτησε το κουμπί της αποναζιστικοποίησης σε μικρό χρονικό διάστημα. Μετά από μία περίοδο γεμάτη λογικών ενοχών και συγκρούσεων με τη νεολαία, ήρθαν προσφάτως να αποκτήσουν συναίσθηση αυτών που υπέφεραν οι ίδιοι. Δηλαδή, εξιστορώντας τα πάθη που οι ίδιοι προκάλεσαν στον εαυτό τους, προσπαθούν να απενοχοποιήσουν τις θηριωδίες τους και να αποκαταστήσουν τη φήμη και τη συλλογική τους μνήμη. Ο ναζισμός, ως ένα τυχαίο παράδοξο του υπέρμετρου ρομαντισμού των καταπονημένων Γερμανών που υπέστησαν την προπαγάνδα του Χίτλερ. Αυτή η διπλή διάσταση του τραύματος χαρακτηρίζει και την πολιτισμική τους λογική, αλλά και τη σημερινή τους στάση.

Η σύνδεση με την προπαγάνδα του τουρκικού κράτους, των Αμερικανών και λοιπών αυτοαποκαλούμενων φωστήρων της καλής θελήσεως, σε πλήρη σύμπλευση με την εξαρτημένη εξουσία των δικών μας «υποστηρικτών της λύσης», με το γερμανικό παράδειγμα είναι εμφανής. Οι θύτες (η Τουρκία) παρουσιάζονται ως θύματα ή και εξ ολοκλήρου απόντες και φτάνουμε εμείς, που υποφέραμε από τον εξίσου ναζιστικό τουρκικό επεκτατισμό, να κατηγορούμε τους ίδιους μας τους εαυτούς, μιλώντας πρώτα για το πραξικόπημα –χωρίς να το νομιμοποιώ σε καμία περίπτωση– και μετά για την εισβολή, λες και οι Τούρκοι ήρθαν με το ζόρι. Με παραλογισμούς, επιλεκτικές αναφορές στον αποκαλούμενο ελληνοκυπριακό εθνικισμό, χωρίς να υπάρχει παράλληλη αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο, αλλά και συγχύζοντας την κοινή γνώμη αποκαλώντας το πρόβλημα εισβολής και κατοχής δικοινοτικό, έρχονται να αποποιηθούν των ευθυνών τους, αυτών και όλων των υπολοίπων.

Όλα αυτά είναι γνωστά, όπως και οι νέες μορφές αποικιοκρατίας και υποκριτικού ανθρωπισμού. Κάθε κοινωνική διεργασία πρέπει να υπομείνει τη διεφθαρμένη λογική της δικής τους δημοκρατίας, της δημοκρατίας των «πολιτισμένων» Ευρωπαίων και των συμμάχων τους, που θέλουν η μειονότητα να αποφασίζει για την πλειοψηφία, μόνο και μόνο για να συντηρούν το χέρι που απλώνουν σε ξένο τόπο. Υπάρχει και η άλλη οδός. Αυτή της αληθινής δημοκρατίας, του σεβασμού των μειονοτήτων χωρίς διακρίσεις, χωρίς σταθμισμένες ψήφους, της ενσωμάτωσης και όχι της αφομοίωσης, με παράλληλη αναγνώριση των λαθών που συνέβησαν.

Γιώργος Τάττης

Κακούργα κοινωνία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *