Ο μεγάλος Ιμπραήμ Αμπού Τουράγια και η δική μας μετριότητα – Ωδή στον Ιμπραήμ Αμπού Τουράγια
Διεθνή Επιλεγμένα Κοινωνία Πολιτική Πολιτισμός

Ο μεγάλος Ιμπραήμ Αμπού Τουράγια και η δική μας μετριότητα – Ωδή στον Ιμπραήμ Αμπού Τουράγια

Του Γιώργου Τάττη

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕ (ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΣΕΡΡΑΧΗ)

Καθόμουν καταϊδρωμένος στο καφενείο, βλέποντας την είδηση του θανάτου ενός αγωνιστή, του Ιμπραήμ Αμπού Τουράγια, εκ Παλαιστίνης. Δεν ρώτησα αν ήταν δεξιός ή αριστερός, αν πρόσκειτο σε κάποιαν από τις παλαιστινιακές οργανώσεις. Ήταν όλο αυτό ελάσσονος σημασίας. Σημασία είχε ότι αυτός ο άνθρωπος νίκησε τον θάνατο, πέρασε ηρωικά στο Πάνθεον των Ηρώων, μαζί με τόσους άλλους, Έλληνες και μη.

Είκοσι εννιά χρονών, λίγο μεγαλύτερος από εμένα. Ενόσω εγώ βουλιάζω στην παρακμή, στις μικρότητες των καθημερινών μας αγωνιών, προσπαθώντας να εξιλεωθώ με το πενιχρό μου γράψιμο, αυτός είχε ήδη τραυματιστεί, είχε ήδη αγωνιστεί, είχε ήδη νικήσει και νοητικά και πραγματικά μετέπειτα τον θάνατο.

Ιμπραήμ Αμπού Τουράγια. Χωρίς πόδια από το 2008. Άγαμος, άνεργος, αλλά με πάθος για τη ζωή και την ελευθερία. Κάθε μέρα πάει στα σύνορα, αγναντεύοντας και ονειροπολώντας την ελευθερία του τόπου του. Με αυτό το βλέμμα που ξέρει, αλλά δεν μιλά. Που είναι έτοιμο να σταματήσει να κοιτάζει τους οικείους του, αλλά μένει για πάντα αθάνατο στις καρδιές των αγωνιζόμενων λαών της γης. Ιμπραήμ Αμπού Τουράγια. Κάποιες μέρες μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να αγναντεύει την κατεχόμενη Ιερουσαλήμ, τη γη των προγόνων του.

Στη γωνία, κάποιοι «δικοί μας» συγκινούνται για τον θάνατό του. Φωνάζουν δυνατά, απλώνοντας το χέρι τους δεικτικά: «Ρε τους ππεζεβέγκιες, εσκοτώσαν το πλάσμαν. Έτσι ένι όμως, έτσι ήρωες θέλουμεν τζι εμείς». Εγώ σκύβω το κεφάλι μου κάτω, σκέφτομαι. «Αυτοί δεν είναι που θα ψηφίσουν μεθαύριο τον Μαλά και τον Νίκαρο; Αυτοί δεν είναι που πετάγονται απέναντι για μπύρες; Που δεν αγναντεύουν την ελευθερία, αλλά την επισκέπτονται;» Θυμάμαι πριν λίγο καιρό, 14 Αυγούστου. Ημέρα που θάφτηκε ο Τάσος Ισαάκ, ημέρα θανάτου του Σολάκη. Αυτοί έλεγαν, με το ίδιο δεικτικό ύφος, με όλη την παράνοια που τους διακατέχει, όλη τη σχιζοφρένεια: «Ε είπαμε, σεβόμαστε τη μνήμη τους και τον χαμό τους, αλλά πρέπει να είσαι και λλίον πελλός για να το κάμεις τούτο. Ήταν σίουρη αυτοκτονία».

Τα υπόλοιπα είναι περιττά, ακόμη και ο σχολιασμός. Ελπίζουμε κάποτε να βγάλουμε και άλλους τέτοιους ήρωες, σαν τον Σολάκη, τον Τάσο, τον Τουράγια. Γιατί ανήκουν σε όλο τον ελεύθερο κόσμο, όχι στα νεκρωμένα μας μυαλά.

Εάν κάποιοι δικοί μας διάβαζαν αυτούς τους στίχους Παλαιστινίων ποιητών, ίσως να τους βάφτιζαν εθνικιστές. Αρκεί να αλλάξουμε το «Άραβας» με το «Έλληνας»:

Η διεύθυνσή μου
χωριό απόμακρο και ξεχασμένο
δίχως ονόματα οι δρόμοι του
κι όλοι οι άντρες του
στο νταμάρι και στο χωράφι.
Θυμώνεις;

Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Λήστεψες τ’ αμπέλια των προγόνων μου
και τα χωράφια που τα δούλευα με όλα τα παιδιά μου.
Δεν άφησες στους απογόνους μου
παρά αυτές τις πέτρες.
Μήπως θα τις πάρει η Κυβέρνησή σας
όπως λένε;
Λοιπόν,
Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:
εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους
κανέναν δεν κλέβω
μα αν πεινάσω
τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.
Φυλάξου
από την πείνα μου φυλάξου
κι απ’ την οργή μου.

Και ένα μέρος κάποιου ποιήματος του παππού Γ. Κερκίδη εκ Κατωκοπιάς, με ταυτόσημο περιεχόμενο:

Είμαι φυλή πόχω βαθκιές τις ρίζες μου τζι’ απλώθουν
είμαι ελληνική φυλή τζιαι οι λαοί το νιώθουν
πως έμμε ξεριζώννουσι θύελλες τζι’ οχτροί
τζι’ ας με χτυπούσιν σίφουνες τζιαι χίλιοι κεραυνοί.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *