Εγώ ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτα
Κοινωνία Κυπριακό Παιδεία Πολιτική Πολιτισμός Προεδρικές

Εγώ ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτα

Του Γιώργου Τάττη

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕ (ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΣΕΡΡΑΧΗ)

Είμαι καφετζιής κατ’ επιλογήν. Έγινα καφετζιής, γιατί ήξερα ότι για πολιτικός δεν κάνω. Δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις ούτε και τα νηφάλια στοιχεία που διακατέχουν κάθε σοβαρή φυσιογνωμία. Ως εκ τούτου, δεν έχω και τα χαρακτηριστικά που «πουλούν» σε ένα ευρύτερο κοινό που δεν θέλει να ακούσει αλήθειες. Ή μάλλον ακριβώς το αντίθετο. Αντέχει να ακούσει αλήθειες. Όχι μόνο αντέχει, αλλά τις θέλει. Τις θέλει, γιατί του δίδουν ελπίδα. Αυτήν την ελπίδα που η μονιμότητα της υποτέλειας προσδίδει σε όποιον θέλει να ελπίζει ότι η απόλυτη ελευθερία του, το πιο ριζοσπαστικό αίτημα, είναι να κατανοεί τις ρεαλιστικές πολιτικές που θέλουν τον υποτελή να εξελίσσει την υποτέλειά του για να επιβιώσει. Και νομίζουν ότι είναι και ξύπνιοι. Κάνουν και αναλύσεις μάλιστα, προτάσσουν και βιβλιογραφία να μας αποδείξουν ότι όλα είναι μάταια. Ότι η μοιρολατρία και ο ευνουχισμός αποτελούν αναγκαιότητα για επιβίωση. Στην Κύπρο, λοιπόν, έχουμε μάθει να ακούμε αλήθειες. Κουτοπόνηρες αλήθειες, όμως. Αλήθειες χωρίς το σωστό σημείο εκκίνησης, παρά μόνο αυτό της συμβατικής εξελικτικής επιστημοσύνης των διολισθήσεων.

Γι’ αυτόν τον λόγο έγινα κι εγώ καφετζιής. Ήταν ο μόνος τρόπος να ασχοληθώ με την πολιτική. Ο άλλος δρόμος, της τετριμμένης καριερίστικης πορείας των υπόλοιπων συνομήλικών μου που ασχολούνταν με τα κοινά, μου φαινόταν κάπως παράταιρος. Εξάλλου, πάντα θαύμαζα τους «απανταχού καφετζιήδες». Μου φαινόντουσαν πολύ πιο ξύπνιοι από τους υπόλοιπους που φιγούραραν στα τηλεοπτικά πάνελ. Εξαρτάται, θα σκεφτεί κάποιος, ποιο είναι το σημείο εκκίνησής σου. Ξύπνιος είναι αυτός που αντιστέκεται στις επιβουλές των άλλων για εμάς ή αυτός που λέει τις αλήθειες που τον κάνουν ευρύτερα αποδεκτό;

Επίσης, τα πολλά ακαδημαϊλίκια δεν τα χώνεψα ποτέ. Ούτε τον συρφετό των ιδεολογημάτων που κυριαρχούν στα πανεπιστήμια τώρα. Εξάλλου, δεν ήταν διόλου ακαδημαϊκά, παρά μόνο ιδεοληπτικές αναγνώσεις της πραγματικότητας. Βγαλμένες από τα σπλάχνα των απάτριδων και απεδαφικοποιημένων, των ανέραστων και ματαιόδοξων λομπίστων. Που οι δικοί μας λομπίστες, ως κακέκτυπο των δυτικών χαρτογιακάδων, τρέχουν εξαρτημένοι ξοπίσω τους, μπας και πάρουν λίγη από τη δόξα που προσφέρουν τα ιδρύματά τους. Δεν κατανοούν, όμως, ότι οι από πάνω τους κάποιων τα συμφέροντα εξυπηρετούν. Και αυτά δεν είναι σίγουρα μήτε της Ελλάδας μήτε της Κύπρου μήτε των εργαζομένων που κάποιοι εξ αυτών επικαλούνται ότι εκπροσωπούν. Έλα όμως που κάποια συμφέροντα δεν είναι πλήρως απεδαφικοποιημένα. Έλα που το έθνος-κράτος ακόμη επιβιώνει στη Δύση, ως το σημείο αναφοράς της συσσώρευσης κέρδους των –έστω ανταγωνιζόμενων μεταξύ τους– αστικών τους τάξεων. Οι πολλές ταχύτητές τους, όμως, δεν τους αποτρέπουν από το να προστατεύουν την εθνική τους κυριαρχία. Την επεκτείνουν κιόλας. Όχι για τα συμφέροντα του λαού προφανώς, αλλά για τα δικά τους. Έτσι πάει, ίδιος στόχος, διαφορετικές αναφορές. Αλλιώς εννοούμε την εθνική κυριαρχία εμείς, αλλιώς οι Γερμαναραίοι λομπίστες της Μέρκελ, αλλιώς οι λομπίστες της Κυπριακής Μπανανιάς, που βλέπουν την πολιτική τους επιβίωση να περνάει από την ένταση της πρόσδεσής τους στις δυτικές ελίτ.

Έτσι, φτάνουμε να έχουμε δύο σινάφια. Των μωροπίστευτων μικροαστών που αντέχουν να ακούνε αλήθειες και των «ξύπνιων» μεγαλοαστών που αντέχουν να τις λένε. Κάπου στο ενδιάμεσο, βλέπεις και κάποιους δήθεν διανοούμενους που κάνουν τη βρώμικη δουλειά, είτε εν άγνοιά τους είτε εν πλήρη γνώση τους. Αυτήν της ιδεολογικοποίησης της υποταγής. Και κάπου εδώ μπαίνει και ο νέος πελάτης του καφενέ. Έρχεται συχνά τον τελευταίο καιρό. Ο «τεχνοκράτης», όπως φρόντισε να μας υπενθυμίσει πολλές φορές, διαπραγματευτής της ελληνοκυπριακής κοινότητας για το Κυπριακό, Ανδρέας Μαυρογιάννης. Έτσι, αποποιείται κάθε κριτικής που δύναται να του γίνει, αποφεύγει να συνομιλήσει ως ένας από δαύτους, αφού «δεν είναι πολιτικός, ακολουθεί απλώς οδηγίες».

Τέλος πάντων. Όποτε έρχεται, μας λέει ακόμα μια μπούρδα. «Δεν έγινε καμία υποχώρηση από την τουρκική πλευρά τα χρόνια της θητείας μου, αλλά δημιουργήσαμε κουλτούρα λύσης». Αυτό είναι το θετικό που έχει να δείξει η πορεία του ως διαπραγματευτή. «Μα, κύριε ελέησον. Δεν μας ενδιαφέρει, κύριε Μαυρογιάννη, η υποκειμενική σας εμπειρία ούτε τα φλερτάκια σας με την κατοχή. Μας ενδιαφέρει η διασφάλιση των συμφερόντων της Κύπρου, η απαλλαγή μας από την κατοχή. Ή, τουλάχιστον, η αέναη προσπάθεια για την απαλλαγή μας. Χωρίς καμουφλαρισμένες κατοχές, χωρίς “ρεαλιστική απαισιοδοξία”. Γι’ αυτόν τον λόγο, εξάλλου, δεν σας πληρώνει και ο κοσμάκης;» Ένας καφετζιής, βλέπετε, μπορεί να λέει ό,τι θέλει, να λαϊκίζει. Δεν χωράει σε καμία υποτιθέμενη απελευθέρωση που νομιμοποιεί στρατούς κατοχής, εποίκους και εγγυήσεις. Που τη μια αφορίζετε και την άλλη τα πλασάρετε τεχνηέντως. «Όλοι αυτοί οι οποίοι φωνασκούν για εναλλακτική στρατηγική, ας μας την πουν τώρα», απαντάει πάντα με το γνωστό υφάκι. «Μα, κύριε Μαυρογιάννη, εμείς καφετζιήδες είμαστε. Δεν πληρωνόμαστε για να λέμε τα αυτονόητα ούτε για να μελετούμε τον συσχετισμό δυνάμεων, το γεωπολιτικό ισοζύγιο, τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις ενός πολυκατακερματισμένου, πλέον, κόσμου». Εξάλλου, αυτά δεν σηκώνουν στατικές παραδοχές του τύπου «χάσαμε, ας δώσουμε τα πάντα για μια όποια λύση». Τα πάντα αλλάζουν και οφείλουμε να τα παρακολουθούμε στενά, να δούμε πότε υπάρχουν ευνοϊκότερες για εμάς συνθήκες. Εάν ξέρουμε κάτι, είναι ότι στη στρατηγική και στη γεωπολιτική, τα πάντα μετατοπίζονται. Εξάλλου, και μετά την όποια λύση, δεν θα μετατραπεί ο κόσμος σε ονείρωξη χίπηδων ειρηνιστών.

Βρισκόμαστε, όμως, σε ένα άλλο σημείο εκκίνησης, όπως είπα και παραπάνω. Ξεκινάμε από το δίκαιο, από τις αντικειμενικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν το τι εστί «απαλλαγή από την κατοχή». Όλα αυτά δεν χρήζουν υποκειμενικών και εναλλακτικών ερμηνειών. Έχουμε να κάνουμε με γεγονότα, τα οποία στην ουσία τους επιβουλεύονται την ελεύθερη ύπαρξή μας. Κατοχικός στρατός, παράνομη εισβολή, φασιστικές εγγυήσεις και επεμβατικά δικαιώματα, εποικισμός ως έγκλημα πολέμου, σφαγές, εκδιώξεις πληθυσμών, προσφυγιά. Όλα ορίζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Ό,τι άλλο είναι κουραφέξαλα για αδαείς και επιστήμονες που ξέρουν να αλλοιώνουν την ουσία. Η διαφορά μας έγκειται στο γεγονός ότι οποιαδήποτε και αν είναι η ιδιότητά μας, καφετζιήδες, αναλυτές, πολιτικοί, τεχνοκράτες, στρεφόμαστε και εξαντλούμε τη διανοητική και πρακτική ενέργειά μας προς μια κατεύθυνση η οποία θα μπορέσει όντως να μας ελευθερώσει, διαχρονικά. Ειδικά όταν ο άλλος δρόμος, ο δικός σας, έχει αποτύχει παταγωδώς.

Κάποιες φορές «ο χαμένος τα παίρνει όλα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *