«Ντεφόλ», σιωπές από το παρελθόν
Βιβλιοπαρουσίαση Επιλεγμένα Θεατροκριτική Ιστορία Κοινωνία Πολιτισμός

«Ντεφόλ», σιωπές από το παρελθόν

Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

ΗΘΙΚΑ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

Για την καταστροφή της Σμύρνης όλοι ακούσαμε. Τη συναντήσαμε για πρώτη φορά στο Δημοτικό, όταν διαβάσαμε για τη μεγάλη καταστροφή του ’22 σαν να διαβάζαμε ένα παραμύθι με κακό τέλος. Την ξεκοκαλίσαμε λίγο παραπάνω στο Λύκειο, τότε που για να δώσουμε εξετάσεις μαθαίναμε απ’ έξω ημερομηνίες, αίτια και συνέπειες, ονόματα στρατηγών και «Συνθηκών» που έβαλαν «τέλος» στην ελληνοτουρκική σύρραξη. Μάθαμε απ’ έξω την Ανακωχή των Μουδανιών και ακολούθως τις νέες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που προκάλεσε το προσφυγικό ρεύμα στη νέα, συρρικνωμένη πια, Ελλάδα.

Και κλείσαμε τα βιβλία, νομίζοντας πως μάθαμε για την απώλεια της Ωραίας Πολιτείας. Και συνεχίσαμε. Τόσο πεζά την προσπεράσαμε και με απόλυτη κυνικότητα γεμίσαμε με αυταπάτες το κεφάλι μας· πως ξέρουμε τι έγινε. Αγνοήσαμε την Ιστορία. Και την επαναλάβαμε.

Με τη λέξη «Ντεφόλ», όμως, στο νέο ομώνυμο διήγημα-μαρτυρία του Δημήτρη Καραγιάννη, ήρθαν και μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους. Σηκώθηκε η Ιστορία, πήρε το ανάστημα που της αντιστοιχεί και μας σιχτίρισε όλους μαζί που την περιφρονήσαμε με τόση απάθεια. Έδωσε σάρκα και οστά στις 300.000 φωνές που ξεψύχησαν στα στενά της Σμύρνης και στο ενάμισι εκατομμύριο που «συνωστίστηκε» στην προκυμαία της.

Κι αυτήν τη φωνή την ανέστησε στο σανίδι του Θέατρο Ένα ο Ανδρέας Χριστοδουλίδης, μέσα από τους Έφη Χαραλάμπους, Τίνα Λεωνορά, Κωνσταντίνο Γαβριήλ και Σωτήρη Μεστάνα. Τέσσερις φωνές, δύο κύριοι χαρακτήρες, ένας Σμυρνιός, ολόκληρος ο πληθυσμός.

Στέκονται στη σκηνή και πίσω ο αμανές του Νίκου Δημητράτου, «Μάνα μου Ελλάς», κλαίει χωρίς λόγια για τα ψέματα που ρήμαξαν τη ζωή της Ιωνίας. Η Ιφιγένεια (Έφη Χαραλάμπους), 41 χρόνια μετά, ζει στον προσφυγικό καταυλισμό της Κυψέλης στην Αθήνα. Μαυροφορεμένη κοιτάζει με θλίψη και ταυτόχρονα με οργή το κοινό. Αρχίζει να εξιστορεί την ιστορία. «Την ξέρεις την Ιφιγένεια. Όλοι την ξέρουμε», συμπληρώνει ένας Σμυρνιός πρόσφυγας (Σωτήρης Μεστάνας), τη στιγμή που οι δυο τους εξιστορούν τι είδαν τα μάτια τους εκείνες τις αλλοπρόσαλλες στιγμές που η Ωραία Πολιτεία καιγόταν και η θάλασσα βαφόταν κόκκινη. Η αφήγηση είναι ξερή.

Την αφήγηση συμπληρώνουν δύο νέες μορφές. Η Ιφιγένεια νέα (Τίνα Λεωνορά) ζει τις τελευταίες της στιγμές την ώρα που προσπαθεί να ξεφύγει από το μένος των Τούρκων στρατιωτών. Λίγη ώρα πριν, παρακολούθησε τη σφαγή της οικογένειάς της. Η Ιφιγένεια ήταν μία από τις χιλιάδες κοπέλες που στάθηκαν «τυχερές». Μέχρι την προκυμαία τη συνοδεύει ο Μενέλαος (Κωνσταντίνος Γαβριήλ)· ένας νεαρός φοιτητής Νομικής από το Κορδελιό. Η αφήγηση ζωντανεύει. Αποκτά χρώμα, ένταση. Η Ιφιγένεια του ’63 θυμάται και ματώνει εσωτερικά, η Ιφιγένεια του ’22 τρομάζει, χάνει τα λογικά της. 41 χρόνια δεν ήταν αρκετά για το προσφυγικό σπίτι στην Κυψέλη. Η φωνή της Ιφιγένειας, διά στόματος Έφης Χαραλάμπους, είναι αργή και σταθερή. Στη θύμηση δεν ανεβοκατεβαίνει κι αυτό είναι ακόμη πιο έντονο. Δεν λυγίζει. Διδάσκει την αλήθεια, όπως είναι· ωμή, χωρίς ωραιότητα. Χωρίς στρογγυλές γωνίες, χωρίς το ενοχικό σύνδρομο. Η Ιφιγένεια μέσα από την Τίνα Λεωνόρα προκαλεί το συναίσθημα. Τραντάζει το είναι του κάθε θεατή ξεχωριστά. Τα θύματα της Σμύρνης, μάνα, καίγονται, μαζί καίγεται και το βιος τους, μπροστά στα μάτια μας.

Οι φρικτές εικόνες της καταστροφής φωνάζουν. Η Ιφιγένεια  καταρρέει. Ξέρει πως αν βουτήξει στη θάλασσα, τα πτώματα θα την κρατήσουν στην επιφάνεια· ξέρει πως αν τραβήξει κατά την προκυμαία, θα την κάψουν ζωντανή. Ξέρει πως αν αφήσει πάνω της τα χρυσαφικά, θα την ακρωτηριάσουν για να της τα βουτήξουν. Ξέρει ότι είναι νέα και όμορφη και ξέρει τι συνεπάγεται αυτό.

«Ντεφόλ, ντεφόλ». Στ’ ανάθεμα. Η Σμύρνη, μάνα, καίγεται, ο θάνατος κρέμεται από τα βλέφαρά τους.

Τέσσερις φωνές, ένας σκηνοθέτης. Πήραν την εκδίκηση της άγνοιας, δίδαξαν ιστορία. Ανάστησαν τη βίαιη ωμότητα της κόλασης της Σμύρνης. Η παράσταση δεν χαρίζεται σε κανέναν. Σφίγγει το στομάχι, γίνεται κόλαφος σε όσους είπαμε «κρίμα, αλλά τέλος πάντων».

41 χρόνια μετά, στον προσφυγικό συνοικισμό της Κυψέλης η ζωή για τους Σμυρνιούς δεν προχώρησε. Οι ρίζες τους δεν έβγαλαν καρπό. Έμειναν πίσω μαζί με τα αποκαΐδια της Μεγάλης Πυρκαγιάς.

«Το ξέρετε και εσείς καλά ότι όταν κάποιος δεν έχει μνήμη, όταν δεν θυμάται, δεν έχει μέλλον, δεν έχει όνειρα».

Η παράσταση κλείνει. 41 χρόνια μετά στην Κυψέλη, 95 χρόνια μετά στον κόσμο, 43 χρόνια μετά στη Λευκωσία. Για τις βιαιότητες της Κύπρου «εκάμαμεν τζι εμείς πολλά» και έτσι δικαιολογήσαμε τα αδικαιολόγητα, πνίξαμε τις φωνές, περιφρονήσαμε τις κομμένες ρίζες που δεν έδωσαν καρπούς.

Ντεφόλ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *