«…καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι»
Επιλεγμένα Θρησκεία Κοινωνία Παιδεία Πολιτισμός

«…καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι»

Του Σιλουανού Νικολάου

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ

Ακούσαμε στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της τελευταίας Κυριακής ένα πολύ σπουδαίο περιστατικό, το οποίο ορίζει τον τρόπο που μας προτείνει η Εκκλησία για την προσέγγιση ενός ανθρώπου στην αναζήτηση της αγάπης του Θεού. Τι είναι αυτό που εμποδίζει, δηλαδή, τον άνθρωπο να απελευθερωθεί από τα δέσμια της πεπερασμένης υλιστικής ζωής και να οδηγηθεί προς την κοινωνία με τον Δημιουργό του.

Πρόκειται για το περιστατικό με τον νέο ο οποίος προσέγγισε τον Χριστό για να τον ρωτήσει με ποιον τρόπο θα είχε ζωήν αιώνιον. Ο Χριστός στην απορία του τού απαντά με τις εντολές, παίρνοντας όμως αμέσως την απάντηση ότι ο νέος τις τηρεί αυτές από πολύ μικρός. Ο Χριστός τότε του αναφέρει ότι για να μπορέσει να γίνει τέλειος, θα πρέπει να δώσει όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και να τον ακολουθήσει. Ο νέος ευθύς αμέσως στεναχωριέται, γιατί ήταν πλούσιος, και εγκαταλείπει τον Ιησού. Τέλος, ο Χριστός αναφέρει στους μαθητές το γνωστό: «εκοπώτερόν στι κάµηλον δι τρυπήµατος αφίδος διελθεν πλούσιον ες τν βασιλείαν το Θεο εσελθεν».

Ο Χριστός στο πιο πάνω περιστατικό δεν μας λέει ότι οι πλούσιοι δεν θα μπουν στη βασιλεία του Θεού απλώς επειδή είναι πλούσιοι. Δεν «προωθεί» έναν ταξικό διαχωρισμό ούτε την καταδίκη των πλουσίων. Αυτό που συμβαίνει σε αυτήν την περίπτωση και αυτό που θέλει να τονίσει είναι ακριβώς την προσήλωση του ανθρώπου στα γήινα και τη θεοποίηση κάθε υλικού και πρόσκαιρου αγαθού, είτε αυτό είναι το χρήμα είτε η δόξα είτε η εξουσία στους άλλους ανθρώπους κ.ο.κ. Δηλαδή, έρχεται ο Χριστός να βάλει κάποιες προτεραιότητες και να πει ότι το σημαντικότερο στον άνθρωπο είναι να αναζητά την αγάπη του Θεού, την κοινωνία με Αυτόν. Γι’ αυτό και η φράση «δερο κολούθει µοι» είναι πολύ σημαντική, δείχνοντάς μας έτσι εμπράκτως ότι ο Χριστός είναι Πρόσωπο και κοινωνείται.

Είναι, δηλαδή, μια άρνηση του ίδιου μας του εαυτού, όχι υπό την έννοια της ψευδοταπείνωσης και της μεμψιμοιρίας, αλλά άρνηση της δικής μας διάνοιας και θεώρησης που γενικώς υπόκειται στην υποκειμενικότητα και στην αναζήτηση της Αλήθειας, που η Αλήθεια είναι κάτι που δεν φθείρεται, δεν είναι πεπερασμένη και προϋποθέτει το δώσιμο όλου του εαυτού για την κοινωνία της αγάπης. Συνεπώς, η προτεραιότητα της αγάπης του Θεού είναι αυτή που ολοκληρώνει-τελειώνει-σώζει τον άνθρωπο.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο το οποίο είναι πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι παρ’ όλο που ο νέος τηρούσε τις εντολές, δεν τελειώνεται-σώζεται. Ακριβώς επειδή ο νόμος δεν σώζει από μόνος του τον άνθρωπο. Αντιθέτως, οι εντολές πολλές φορές μπορεί να γίνουν και η αιτία ο άνθρωπος να μπει σε μια διαδικασία αυτοδικαίωσης, να πιστέψει δηλαδή ότι αυτός σώζεται επειδή είναι άξιος για κάτι τέτοιο, καθώς «δεινοπάθησε» για να τα καταφέρει. Κάτι τέτοιο όμως είναι εκτός της διδασκαλίας της Εκκλησίας, καθώς και στο τέλος της περικοπής, όταν τον ρωτούν οι μαθητές του ποιος μπορεί να σωθεί αν αυτός (ο νέος) δεν μπορεί, τους απαντά: «παρ νθρώποις τοτο δύνατόν στι, παρ δ Θε πάντα δυνατά στι».

Έτσι, λοιπόν, ο άνθρωπος δεν σώζεται από τα «θρησκευτικά επιτεύγματά» του, αλλά από την ίδια τη δίψα του για τη ζωή και την υπαρξιακή του αναζήτηση. Που έρχονται αυτά να επιτευχθούν με την κοινωνία ανθρώπου και Δημιουργού, για να δώσει άλλην προοπτική και την πραγματική απάντηση στο ερώτημα της Ζωής, του Θανάτου και της Ανάστασης. Αυτά, βεβαίως, δεν μπορούν να εξηγηθούν με την ορθολογιστική λογική, αλλά μόνο με την προσωπική εμπειρία και το βίωμα της ύπαρξης του Θεού.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *