Στην Κ.Κ.
Κοινωνία Πολιτισμός

Στην Κ.Κ.

Του Βελούχη Αρειώτη

ΧΑΝΔΟΝ

Οι τελευταίες λέξεις από το άγιο κείμενο του Αισχύλου, αναδεύτηκαν ματαίως στο αενάως θολωμένο μου μυαλό μ’ εκείνες του Γκάτσου. «Αύριο πάλι θα ’ρθω να σε βρω». Δραπέτευα διονυσιακώς χολωμένος μέσα από την μυσταγωγία των «Περσών» (άρχοντα Άρη Μπινιάρη, τα σέβη μου…) μπροστά από τα καμαρίνια της Σχολής Τυφλών, με τον κόσμο να στοιβάζεται σε αρωματισμένες ουρές για μιαν καλή κουβέντα στην πρωταγωνίστρια. Να στηθώ για το κοινότοπο μισό καλοσιδερωμένο φωνήεν μετά από όλον αυτόν τον κουρνιαχτό του σμπαραλιάσματος της ψυχής της ή να προσπεράσω δήθεν αδιάφορος δίπλα από όλους αυτούς που έπαιρναν πόζα μπροστά στις πραγματικές ή στις νοητές έξυπνές τους τηλεφωνικές συσκευές ζητώντας αυτόγραφα;

Έφυγα.

Σφαγμένος από τα μάτια μιας Παναγίας σάρκινης, όπως μας την μάθανε στα χωμάτινα χωριά μας. Ανασαίνοντας μέχρι τα βαλτώδη τάρταρά μου την αύρα της που δεν βρίσκει επιθετικό προσδιορισμό αντάξιό της και βλαστημώντας την στιγμή που σάλεψε τον νου ενός δημιουργού για να δώσει την εντολή να γεννηθεί ένα τέτοιο πλάσμα, γύρισα την πλάτη μου, ελπίζοντας σε μιαν άλλην ζωή, μόνο και μόνο για να αισθανθώ τα έτσι κι αλλιώς απόκοσμα μάτια της μπηγμένα πάνω μου για μισήν υποψία μιας στιγμής. Τώρα που σέρνεται τούτο το μελάνι στην αγκαλιά του χαρτιού, γνωρίζω πως εκείνες τις έμφορτες στιγμές η ψυχή του Κώστα Μουρσελά μαχόταν μανιωδώς σε κάποιες ζωτικές πολεμίστρες του σώματός του για στερνή φορά, έχοντας ήδη αποφασίσει οπισθοχώρηση. Την τελευταία της. Κώστας Κουτσομύτης, Βασίλης Δημητρίου, στην απέναντι όχθη της Λίμνης, με το μπουκάλι μισογεμάτο και τα ποτήρια να προσεύχονται για μερικές σταγόνες, τον πρόσμεναν εναγκαλιζόμενοι την χαρμολύπη για τσούγκρισμα καλωσορίσματος. Το βαρύ, χαρισματικό, φωτεινό και ταυτοχρόνως σκοτεινό του χέρι, μας είχε επιδαψιλεύσει κάποτε την ευωδία των μαλλιών της κι εμείς τα είχαμε προσκυνήσει άλαλοι, βαμμένα κόκκινα, για να πορευόμαστε μέχρι το Άπειρον, αναρωτώμενοι για τα πάντα. Όπως ακριβώς το βλέμμα του Μανολόπουλου. Αποκρυπτογραφώντας το πιο ζόρικο μυστήριο, ετούτο της Υπάρξεως, στις απόκρυφες καμπύλες των ανεκδιήγητων πράξεων του Ρετσίνα.

Μάρθα, θα είσαι όμορφη για πάντα.

Για πάντα.

Λυπημένη μου αγάπη, καληνύχτα.

Σ’ αγαπώ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *