«Λίγες και μία νύχτες»
Βιβλιοπαρουσίαση Επιλεγμένα Ιστορία

«Λίγες και μία νύχτες»

Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

ΗΘΙΚΑ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η ευημερούσα Θεσσαλονίκη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετατρέπεται στο σημείο αναφοράς της Ελλάδας. Πρωταγωνιστεί όχι μόνο την περίοδο του κινήματος των Νεότουρκων, αφού γίνεται η έδρα τους, αλλά και την περίοδο της Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης. Βιώνει τη δίνη του Εθνικού Διχασμού και δίνει στέγη στα πολυεθνικά στρατεύματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που την εποικίζουν χάρη της συμμαχίας. Βρίσκει τη δύναμη και αναγεννιέται από τις στάχτες της όταν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης γίνεται βορά στην πυρκαγιά του 1917. Γίνεται προσφυγομάνα το 1922. Σιγά σιγά όμως χάνει τις κοινότητές της που τόσα χρόνια τη στήριζαν. Περνά μέσα από τις σκοτεινές σελίδες της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Και καταλήγει στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης με τα δικά της πάθη και τους δικούς της εγωισμούς.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, λοιπόν, ο Ισίδωρος Ζουργός απογειώνει τις λογοτεχνικές του δεξιότητες στο όγδοο κατά σειρά βιβλίο του, Λίγες και μία νύχτες. Ο πρωταγωνιστής του, Λευτέρης Ζευγός, είναι ένα 11χρονο αγόρι. Προέρχεται από την εργατική τάξη και έχει την ευκαιρία να εργαστεί ως κηπουρός με τον πατέρα του στην εντυπωσιακή έπαυλη Αλατίνι, όπου βρίσκεται εξόριστος ο Σουλτάνος. Πολύ πιο έξυπνος από τα παιδιά της ηλικίας του και εκμεταλλευόμενος τη γαλλική γλώσσα που έμαθε από τη μητέρα του αλλά και την καπατσοσύνη που του κληρονόμησε ο δρόμος, κυνηγά λίγη από τη γοητεία και τη μαγεία του νέου κόσμου.

Παράλληλα, γνωρίζει το πραγματικό πρόσωπο του έρωτα στα μάτια μιας νεαρής Εβραιοπούλας με ευρωπαϊκή εμφάνιση και οθωμανική φορεσιά: της Μίρζας. Σε αυτήν κάθε βράδυ για λίγες μόνο νύχτες βρίσκει ο Σουλτάνος ξανά ενδιαφέρον για τη ζωή, περιγράφοντάς της τη μεγαλοπρεπή ζωή του σαν παραμύθι. Σε αυτήν βλέπει την κόρη του και για αυτήν ο Λευτέρης κρυμμένος υπομένει κάθε νύχτα το μαρτύριο μην τυχόν και τον ανακαλύψουν, μην τυχόν και του φύγει μια αναπνοή περισσότερη από όσο του επιτρέπεται για να περνά απαρατήρητος. Υπομένει όμως στωικά τις αντιξοότητες και απολαμβάνει τη μυστηριακή αφήγηση του Σουλτάνου. Εκστασιάζεται όχι μόνο από όσα λέγονται και τα οποία ενδεχομένως να αφήνουν παγερά αδιάφορη τη νεαρή και όμορφη Μίρζα, αλλά και από αυτό που ακολουθεί. Τον χορό της νεαρής για τα μάτια μόνο του Σουλτάνου. Ρουφά έτσι κάθε στιγμή που περιστρέφεται μπροστά του και μόνο αυτός γνωρίζει την επιτυχία τού να βρίσκεται ανάμεσά τους, χαρούμενος και περήφανος που είναι αόρατος.

Όμως ο χωροχρόνος του Ζουργού μεταβάλλεται. Σε μια πορεία εβδομήντα χρόνων ο Λευτέρης βαδίζει χέρι με χέρι με τον δημεγέρτη 20ό αιώνα και καταφέρνει να βγει αλώβητος από οποιανδήποτε ιδεολογία λήγει σε -ισμός και επηρεάζει τους υπόλοιπους. Γίνεται Ευγένιος Ζιρντό και πλέον έχει έναν σκοπό: να απαλλαχθεί από την ταξική του ταυτότητα. Ποτέ όμως δεν ξεχνά μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια την όμορφη Μίρζα και τη Νύφη του Βορρά.

Την αφήγηση όμως αυτής της 70χρονης πορείας διακόπτει περιοδικά ο Ορέστης. Ένας νεαρός φοιτητής που κρατά επί πληρωμή λογοτεχνική συντροφιά στον Ζιρντό. Τον Ιούνιο πλέον του 1979 μέσα σε μια νύχτα αφηγείται τις λίγες νύχτες του Λευτέρη/Ευγένιου, κατόπιν δικής του παραγγελίας. Με την τέχνη του εγκιβωτισμού, ο Ισίδωρος Ζουργός καταφέρνει να δημιουργήσει στον αναγνώστη το αίσθημα πως μπορεί και διαβάζει τη ζωή του Λευτέρη/Ευγένιου ταυτόχρονα με τον Ορέστη. Ο αναγνώστης νιώθει να μοιράζεται τα συναισθήματα του νεαρού φοιτητή και οι δυο τους απολαμβάνουν με την ίδια προσμονή το ξεφύλλισμα της μυθιστορηματικής ζωής του Ζιρντό.

Τα μυθιστορήματα του Ισίδωρου Ζουργού δεν είναι ιστορικά, είναι όμως ιστορικού ενδιαφέροντος. Ως μία από τις πιο καταξιωμένες πένες της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, ο Ζουργός ξέρει να κερδίζει τους αναγνώστες του, διότι πάντα η αναμονή στην οποίαν τους τοποθετεί είναι ενδεικτική της εξαντλητικής του έρευνας. Ο ίδιος ξέρει, διά στόματος Λευτέρη Ζεύγου ή Ευγένιου Ζιρντό, πως «αυτός που θα μείνει στη μνήμη των επόμενων γενεών θα είναι ο φτιαγμένος από λέξεις και όχι από σάρκα». Ο ίδιος αγκαλιάζει τη μυθοπλασία που βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα της ιστορίας. Αναγνωρίζει πως «η ιστορία αποτελεί μόνιμη πηγή ενδιαφέροντος και δεν απευθύνεται μόνο στους ειδικούς επιστήμονες, αλλά σε όλους τους ανθρώπους. Γιατί υπάρχει πάντα η προσδοκία ότι η γνώση του παρελθόντος θα νοηματοδοτήσει και θα φωτίσει το παρόν. Και τα μυθιστορήματα ιστορικού περιβάλλοντος έχουν μέσα τους βαθιά αυτή τη φιλοδοξία. Να φωτίσουν το παρόν με όχημα την ιστορία». Η ιστορική αφήγηση του συγγραφέα δεν είναι στείρα ούτε μια απλή παράθεση γεγονότων.

Ο Ισίδωρος Ζουργός ρωτά: «Το βιβλίο σάς ταξιδεύει; Η γλώσσα έχει κραδασμούς ή κοιμάται όρθια; Η φύση μυρίζει μέσα απ’ τις σελίδες του; Οι έρωτές του ιδρώνουν ή είναι αποστειρωμένοι;» Και η απάντηση μέσα από το Λίγες και μία νύχτες είναι σε όλα καταφατική. Η γλώσσα έχει κραδασμούς, η φύση μυρίζει και οι έρωτές του ιδρώνουν.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *