Μαρξ, τζιν και κόκα-κόλα
Βιβλιοπαρουσίαση Επιλεγμένα Κυπριακό

Μαρξ, τζιν και κόκα-κόλα

Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

ΗΘΙΚΑ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

«Καλώς όρισες στην Αμερική», είπαν με μια φωνή, ζεστή και φιλική, και τα τόσο ειλικρινή πρόσωπά τους φωτίστηκαν.
Στο αυτοκίνητο μου έδωσαν μια Βίβλο.
«Ξέρεις τι είναι αυτό;»
με ρώτησε μιλώντας αργά το κορίτσι.
«Όχι», είπα.
Αυτό φάνηκε να την ευχαριστεί πραγματικά.
«Αυτές είναι οι πράξεις του Σωτήρα μας.
Ο λόγος του Κυρίου μας».
«Α, τα Άπαντα του Λένιν», είπα εγώ.
«Ποιος τόμος;»

Γεννήθηκε στη Σόφια το 1982 και το 2001 μετανάστευσε στις Η.Π.Α. με υποτροφία για να σπουδάσει. Σε ένα από τα μαθήματά Ιστορίας, μετέφρασε ένα κείμενο από τα βουλγαρικά στα αγγλικά για τον καθηγητή του. Η βαθιά δύναμη της μητρικής γλώσσας τού ξύπνησε μνήμες για την πατρίδα. Κι έτσι έγραψε οκτώ καλοδουλεμένα διηγήματα που φωνάζουν νοσταλγία για τις γενιές της Βουλγαρίας που πόνεσαν, έκλαψαν, ερωτεύτηκαν και εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για έναν καλύτερο κόσμο. Αυτόν της Δύσης, που υποσχόταν πολλά στα μετανοημένα του κομμουνισμού παιδιά. Που αρχικά τα πολέμησε και ακολούθως «άνοιξε την αγκαλιά της» για να δεχτεί τα τέκνα των Βαλκανίων με μια κάποια καχυποψία. Τους προσέφερε τζιν και κόκα κόλα στυγνά και ρεαλιστικά, αναδεικνύοντας τον «μαγικό κόσμο του καπιταλισμού» σε μια γκρεμισμένη και πληγωμένη σοσιαλιστική γειτονιά του κόσμου, φωνάζοντάς της επιδεικτικά «Να τι χάνατε». Έχαναν όμως;

Ο Μιροσλάβ Πένκοφ ξεδιπλώνει σε μόλις 260 σελίδες έναν ολόκληρο αιώνα. Από το 1905 και την τουρκοκρατούμενη Βουλγαρία στο τέλος του κομμουνιστικού ονείρου. Ανασύρει χαρακτήρες από τη χερσόνησο του Αίμου με τη στοργή ενός ανθρώπου που γνώρισε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη τους Βούλγαρους και πλάθει ιστορίες που ακροβατούν μεταξύ πραγματικότητας (αυτοβιογραφίας) και μύθου. Οι Βαλκάνιοι πρωταγωνιστές του επικοινωνούν με τους γείτονες αλλά και με «εξωτικούς αγνώστους». Η φωτογραφική μηχανή της Γιούκι, της Γιαπωνέζας που ταξίδεψε ωκεανούς για να γίνει καλλιτέχνης και κατέληξε σερβιτόρα, εγκλωβίζει τις αλήθειες και τις διαφορετικότητες στη μετακομμουνιστική Βουλγαρία, όταν επισκέπτεται το Μόσκοβιτς με τον Βούλγαρο σύζυγό της, που αντί για το αμερικανικό όνειρο, συνάντησε τους ιμάντες των αεροδρομίων.

Το όνειρο της Δύσης κυνηγά με μανία και ο πατέρας του Ράντο· βλέπει ταλέντα ανύπαρκτα σε ένα παιδί που απλώς μπορεί και αποστηθίζει ό,τι διαβάζει και θεωρεί πως η επιτυχία κρύβεται στο αγγλόφωνο σχολείο που υποδέχεται παιδιά σαν τα δικά του: παιδιά-θαύμα. Όχι γιατί θαυμάζει τον «υπέροχο δυτικό πολιτισμό» και θέλει να προσφέρει στον γιο του μια ανώτερη μόρφωση, αλλά γιατί αυτή και μόνο υπόσχεται ευμάρεια. Από την άλλη, ένας παππούς πιστός στην κομμουνιστική ιδεολογία αναθεματίζει τον εγγονό του που «ξεπουλιέται σαν γουρούνι στους καπιταλιστές», γιατί κουβαλούσε μέσα του «τη λύσσα για τη Δύση»· ο εγγονός που απαρνιέται την ταυτότητά του, την ιστορία του, την ιδεολογία του. Ή μήπως την ιδεολογία μιας άλλης γενιάς που αδυνατεί να κατανοήσει το χάσμα;

Οι χαρακτήρες του είναι τραγικοί: τρέχουν προς την αλήθεια, την ευτυχία, την ξεγνοιασιά, χωρίζονται και όταν ενώνονται, καλούνται να υπερκεράσουν τεράστια κενά. Δεν φτάνουν σχεδόν ποτέ στην πραγματική επιτυχία και στο όνειρο. Κι όμως, όλοι επιστρέφουν είτε σαρκικά είτε εγκεφαλικά στη μητέρα πατρίδα τους. Σε αυτήν που οι μυρωδιές, οι εικόνες, η θαμμένη ιστορία γνωρίζουν καλά πως τους ανθρώπους τούς δένουν αλυσίδες με τον τόπο τους. Οι άνθρωποι δεν είναι σαν τα ποτάμια, που δεν έχουν μνήμη. Είναι σαν γη, που δεν μπορεί ποτέ να ξεχάσει. Κι ας εξωτερικεύουν τις πιο μύχιες επιθυμίες τους να λησμονήσουν, να αποδεσμευτούν· δεν μπορούν.

Οκτώ νουβέλες που ξεχειλίζουν ρεαλισμό, νοσταλγία και καταπιεσμένα συναισθήματα από τα βασανισμένα και σκοτεινά Βαλκάνια. Από τις περιοχές του Αίμου που αποτελούν το τέλειο παράδειγμα δημιουργίας και καταστροφής ταυτοτήτων. Που με φυσικά και ψυχικά σύνορα διαλύουν το συνανήκειν ανθρώπων που φέρουν βαριά την ιστορική κληρονομιά και, αν χρειαστεί, την κρύβουν κάτω απ’ το χαλί για να μην απομυθοποιηθεί η γοητεία των Βαλκανίων. Ο συγγραφέας τα προσεγγίζει όλα αυτά με νηφαλιότητα. Νοσταλγεί, αναπολεί, όμως δεν εξιδανικεύει. Το Ανατολικά της Δύσης στάζει μελαγχολία, στοργή, ειρωνεία και αλήθεια.

Οι μπερδεμένες γειτονιές της Ανατολής του Νιόνιου και του Πένκοφ δεν ήταν και δεν είναι παίξε-γέλασε. Αντέχεις να τις γνωρίσεις;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *