Βάι(ς) βάι(ς)*
Ανταποκρίσεις Επιλεγμένα

Βάι(ς) βάι(ς)*

Της Μαρίας Χ.

ΤΙ ΚΡΥΒΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ

Παρακολουθήσαμε το «ντοκιμαντέρ» του Vice Ελλάδος, «Λευκωσία: Η τελευταία διχοτομημένη πρωτεύουσα του κόσμου» – και στην τηλεοπτική του προβολή, από τον ANT1 Ελλάδος, αλλά και αφότου ανέβηκε στο διαδίκτυο, λογοκριμένο, πριν από λίγες ημέρες. Προτού προχωρήσουμε στον εποικοδομητικό σχολιασμό των όσων (σπουδαίων, ομολογουμένως) ακούσαμε, νιώθουμε την ανάγκη να λύσουμε την εξής απορία σας: Γιατί η λέξη «ντοκιμαντέρ» βρίσκεται εντός εισαγωγικών; – Επειδή, απλούστατα, δεν το θεωρήσαμε ως τέτοιο. Θα πρέπει, φυσικά, να αναγνωριστεί το γεγονός πως η αφήγηση καθ’ όλη τη διάρκεια του «ντοκιμαντέρ» είναι προσεγμένη και δεν αφήνει περιθώρια για «κατηγορώ» ως προς (λανθασμένη) χρήση λέξεων, όρων και ορισμών που αφορούν την πολιτική ή/και κοινωνική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το νησί. Ωστόσο, η σχέση του περιεχομένου του «ντοκιμαντέρ» με τη «Λευκωσία, την τελευταία διχοτομημένη πρωτεύουσα του κόσμου» περιορίζεται απλώς στον χώρο όπου βιντεογραφήθηκε και το γεγονός ότι η Λευκωσία είναι όντως και διχοτομημένη και πρωτεύουσα. Τέλος πάντων. Θέλω να καταλήξω σε κάτι  ουσιαστικότερο: Παρά την πολιτικά ορθή αφήγησή του, εκλάβαμε το εν λόγω «ντοκιμαντέρ» ως μία ακόμα μορφή προπαγάνδας του επαναπροσεγγιστικού, ΔΔΟ-ικού μετώπου της όποιας λύσης. Ένα ντοκιμαντέρ αναγνωρίζεται ως τέτοιο, εφόσον πραγματεύεται κάτι (ιστορικό, επιστημονικό, θρησκευτικό κτλ.) δίνοντας ίση βαρύτητα σε όλα τα ενδιαφερόμενα/εμπλεκόμενα/αντικρουόμενα μέρη. Ακόμα κι αν η θέση θεωρείται απόλυτη, το θεμιτό είναι όπως κάθε ντοκιμαντέρ που σέβεται τον εαυτό του (ή, μάλλον, κάθε παραγωγός ντοκιμαντέρ που σέβεται τον εαυτό του) προσπαθεί –τουλάχιστον– να παραμείνει αντικειμενικά ουδέτερο.

Αλλά μπα. Σε αυτό  το «ντοκιμαντέρ» γνωρίσαμε έναν Τ/κ ακτιβιστή και μία Ε/κ ακτιβίστρια που πρωτοστάτησαν στη διαδήλωση για αποστρατικοποίηση της Κύπρου (ναι, τζιείνην που ο Ορέστης όλων των Κυπρίων οδύρετουν, σκίζοντας τα ιμάτιά του και τους γαιόσακκους στη νεκρά), τον Έλληνα διευθυντή της ξακουστής δικοινοτικής ΜΚΟ PRIO (άραγε να με καταβάλουν πάλε οι θεωρίες συνομωσίας μου περί χρηματισμού ή είναι απλή σύμπτωση;), έναν τύπο αμφιβόλου εθνικότητας που τη βρίσκει μπαινοβγαίνοντας παράνομα στη νεκρή ζώνη, έναν Ε/κ που επισκέπτεται καθημερινά την Τουρκάλα γκόμενά του στην κατεχόμενη Λευκωσία (εγνωριστήκαν ονλάιν), καθώς και έναν Έλληνα με την Τ/κ γυναίκα του (τζιαι τούτοι εγνωριστήκαν ονλάιν) που παντρεύτηκαν και ζουν στις ελεύθερες περιοχές. Α! Παρ’ ολίγο να ξεχάσω την Ε/κ (απορριπτική φυσικά) που δεν πλέει σε πελάγη ευτυχίας ως προς την «επανένωση» του τόπου της, αγνοώντας ευρύτερες γεωπολιτικές καταστάσεις, εξελίξεις και δεδομένα. Αναλογία 8 προς 1 και αντικειμενικότητα πλήρης δηλαδή. Φυσικά και δεν υπάρχουν Τ/κ απορριπτικοί για να προβληθούν. Τι εν’ τούτα τα κακοπροαίρετα που περνούν που τον νουν σας;

Το πορτραίτο της (λευκωσιάτικης) κοινωνίας, όπως σκιαγραφείται μέσα από το «ντοκιμαντέρ», λοιπόν, μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα:

Η αφέλεια που θα μας φάει (ανάθεμάν μας): «Μαζευόμαστε και χορεύουμε, γελάμε, κάνουμε πλάκα και δίνουμε τη λύση – ότι μπορούμε να ζήσουμε όλοι μαζί». – Τον Ιούλη θέλω να σας δω να χορεύετε, να γελάτε και να κάνετε πλάκα μπροστά από τα τουρκικά στρατεύματα που θα παρελαύνουν στα κατεχόμενα. Τζειαμαί να δείτε ότι πεθανίσκετε τζιαι ούλλοι μαζί, άμα λάχει.

Ο αέρας σιγουριάς του Κύπριου πασιφιστή: «Η ειρήνη στην Κύπρο δεν θα εμποδιστεί». – Άκουσες, Ερντογάν, Ακιντζί, Νίκαρε (προσφάτως απορριπτικέ τζι εσύ, προδότη); Έχουν τη δικοινοτική αγάπη τους, τα δικοινοτικά σουβλάκια τους, το δικοινοτικό χαλλούμι τους και τα δικοινοτικά πολύχρωμα πανό τους. Για να μεν αναφέρω και τους δικοινοτικούς γάρους. ΝΑ σας πάει.

Η αντίληψη του κοινού κινδύνου: «Σε Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία, ο εχθρός είναι στις τράπεζες και στα υπουργεία». – Σεβαστό, αλλά δεν ακούω να λέτε και τίποτα για την προεδρική καρέκλα (του σουλτάνου), πουλάκια μου, έτσι;

Η οικονομική διάσταση του προβλήματος: «Δεν δίνω δεκάρα για το κυπριακό πρόβλημα». – Χωρίς δεκάρα πώς θα το λύσουμε και πώς θα συμβιώσουμε, Μανωλιό μου;

Και η θρησκευτική του διάσταση: «Δεν έχω πίστη σε όσους χειρίζονται το Κυπριακό, έχω πίστη όμως στον λαό της Κύπρου ότι μια μέρα θα ενωθούμε». – Πιστεύω εις έναν λαόν, Κυπραίον κυπροκράτοραν, ποιητήν ΔΔΟ. Αμήν.

Ακολουθεί ο άπιστος Θωμάς: «Δεν πιστεύω καν ότι “έκλεψαν” τα εδάφη μας». – Μια του κλέφτη, θκυο… Μα ποιου κλέφτη; Προς Θεού! Είντα, εζητήσαν τα τόσο ευγενικά που ήταν αδιανόητο κάποιος σώφρων άνθρωπος να τους τα αρνηθεί!

Η αλάθητη ρεαλιστική κριτική: «Και οι δύο πλευρές έκαναν λάθη, σοβαρά λάθη. Και η Κύπρος κάνει συνέχεια λάθη. Οι Κύπριοι κάνουν μεγάλα λάθη συνέχεια». – Δεν ξεχνώ την ιστορία μου, δεν ξεχνώ την αμαρτία μου, μα κυρίως δεν ξεχνώ το λάθος μου το μεγάλο. Εκάμαμεν τζι εμείς πολλά, λεμέ.

Το ρητορικό ερώτημα των καιρών: «Λέμε “Δεν Ξεχνώ”. Τι σημαίνει; Να θρηνούμε συνέχεια;» – Βλέπε παραπάνω.

Η κυπριακή εθνική ουτοπία: «Φαντάζομαι την Κύπρο ως έναν τόπο, όπου θα χτιστεί σιγά σιγά μια κυπριακή ταυτότητα». – Ελπίζουν, ζάβαλλε. Άραβες, Φράγκοι, Βενετοί, Οθωμανοί, Βρετανοί, «ελιές τζιαι τερατσιές», κι ακόμα ελπίζουν.

Η νοοτροπία «δεν θέλω να το σκέφτομαι, άρα δεν υπάρχει»: «Δεν θέλω να σκέφτομαι τον Βορρά και τον Νότο διχοτομημένους. Νομίζω πως η διχοτόμηση είναι στο μυαλό μας». – Εννοώντας, φαντάζομαι, ότι έχετε μόνο ένα εκ των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου σας, τζιαι τζείνον μισιάρικον.

Και ο απωλέσας και το μοναδικό ημισφαίριο του εγκεφάλου του: «Είδα πραγματικά αυτό που λέμε κυπριακή κουλτούρα, η οποία είναι κοινή και στις δύο πλευρές και δεν έχει καμία σχέση ούτε με την ελληνική ούτε με την τούρκικη». – Ελύθηκεν τζιαι η παρεξήγηση. Ο καφές εν’ κυπριακός, παιθκιά.

Σαφέστατα και «πουλά» η κοινωνική πτυχή του Κυπριακού, ειδικά στη Λευκωσία, όπου υπάρχουν και καταλληλότερες συγκυρίες για να πουλήσει. Πουλά, όμως, άμα είσαι αδαής και αφελής και ανιστόρητος (και ανισόρροπος) και στερείσαι πολιτικής αντιλήψεως. Αλλά πότε την είσιες τζι εν’ να την έβρεις τζιαι τωρά, σκατοκυπραίε, την πολιτική αντίληψη; Γαία πυρί μειχθήτω.**

*Λαϊκότροπο. Συνήθως επαναλαμβανόμενο για έκφραση λύπης, θρήνου, σχετλιασμού ή καημού. Συνώνυμο: αλίμονο.

** Προς όσους απευθύνεται, σε ελεύθερη μετάφραση: Δηλώνει πλήρη αδιαφορία για τις όποιες εξελίξεις, κυρίως για τρομακτικές συνέπειες που μπορεί να προκύψουν εξαιτίας μιας ενέργειας.

1 thought on “Βάι(ς) βάι(ς)*”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *