Εικόνες μιας φωνής
Κοινωνία Παιδεία Πολιτισμός

Εικόνες μιας φωνής

Του Βελούχη Αρειώτη

ΧΑΝΔΟΝ

Κάθε φορά που την ακούει στο τηλέφωνο, σεινάμενη κουνάμενη ολόκληρη η παλαβωμάρα της απομακρυσμένης του εφηβείας βγαίνει στους δρόμους και καίει την πόλη. «Πώς είναι δυνατόν εσύ να αρκείσαι σε αυτό;» Κάτι τέτοιο τον ρωτάει, την ώρα που οι δυνάμεις ασφαλείας επιχειρούν να σώσουν ό,τι σώζεται.

Της απαντά τρομοκρατημένος πως δεν αρκείται. Καθόλου. Το τηλεφώνημα δεν «αρκεί». Τίποτε πλέον δεν αρκεί.

Σε τούτη την άτυπη (άτυπη;) απολογία μπροστά στην αναβράζουσα περασμένη ηλικία του, καταφεύγει σε ρητορικές πομφόλυγες, τραγούδια και αναδρομές. Όταν η ερημιά σε ζαρώνει σαν σκυλί λαβωμένο, ψάχνεις να πιαστείς από ένα σωσίβιο, ακόμη κι αν αυτό χάσκει στην μέση του απείρου όπως ακριβώς οι απείρου κάλλους ψηλές νότες μιας φωνής στην απόκοσμη άκρη μιας τηλεφωνικής γραμμής, που το μόνο που είναι εις θέσιν να σου επιδαψιλεύσει, είναι μια ψευδαίσθηση επανασυνδέσεως με ένα παρελθόν που ντύνεται απαντοχή, με θράσος, μπροστά στα μάτια σου. «Ας είναι έτσι», λέει, «ας την ακούσω μόνο», λέει, «ν’ ανέβω πάλι στα βουνά της και να ρημάξω τις κοιλάδες της παγιδευμένος μόνο μέσα στον γκρεμό της χροιάς της», λέει.

Οι ώρες – αλήθεια, λίγες από τα μεσάνυχτα μέχρι το πρώτο φως, αλλά σαδιστικώς ενθυμούμενες κάθε λεπτομέρεια προ και μετά Χριστόν – κυλούν πάνω στο παραδομένο του σαρκίο, πίνοντας λαίμαργα από τις κρήνες αγαπημένων ασμάτων.

Η εξέγερση γαληνεύει προσωρινώς, οι δυνάμεις ασφαλείας δείχνουν πρόσωπο στο καθεστώς που γρυλίζει όλο και πιο απειλητικά ξημερώνοντας, ψαχουλεύει το γραμματοκιβώτιό του το πρωί στραβοπατώντας την «καλημέρα» του γείτονα κι εκπνέοντας το γλυκάνισο του ούζου και φεύγει μυρωδάτος για το γραφείο.

Στην ώρα του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *