«Με τη γλώσσα ο άνθρωπος αιχμαλωτίζει το σύμπαν»
Γλώσσα Επιλεγμένα Ιστορία Κοινωνία Παιδεία Πολιτισμός

«Με τη γλώσσα ο άνθρωπος αιχμαλωτίζει το σύμπαν»

Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

ΗΘΙΚΑ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

Όταν ο Σεφέρης έγραφε στις Δοκιμές για την ελληνική γλώσσα, τον ενδιέφερε να γίνει κατανοητό ένα πράγμα: η αξία και η συνέχιση της ελληνικής γλώσσας ως κάτι ενιαίο. Χωρίς τη διάκριση σε καθαρεύουσα, δημοτική, νεοελληνική κ.ο.κ. Η γλώσσα υπάρχει για να εξυπηρετεί δύο σκοπούς. Αφ’ ενός, υπάρχει η χρηστική της ουσία, η εξυπηρέτηση δηλαδή της μετάδοσης μηνυμάτων μεταξύ ενός πομπού και ενός δέκτη. Ωστόσο, δεν μπορεί η γλώσσα να εξυπηρετεί μόνο τη μεταξύ μας επικοινωνία, χωρίς να ξεσηκώνει συναισθήματα. Δεν θα σταθούμε όμως στον πλούτο της ελληνικής γλώσσας δοκιμιακά, καθώς τα αυτονόητα μπορούν να παραλείπονται. Αφορμώμενοι όμως από το Γκιαγκ του Παπαμάρκου, μας ενδιαφέρει η χρήση της ντοπιολαλιάς στην πεζογραφία, αποδεικνύοντας αυτό το ενιαίο της ελληνικής γλώσσας.

Ο συγγραφέας επιλέγει να μιλήσει διαλεκτικά. Στις οχτώ ιστορίες και μία παραλογή δεν θα βρει κανείς αυτό που ονομάζουμε «κοινή νεοελληνική». Ο ίδιος διαλέγει στοχευμένα να μεταφέρει τις ιστορίες των αντιηρώων της Μικρασιατικής Καταστροφής μέσω της αρβανίτικης διαλέκτου. Μια σειρά από νέους πεζογράφους δεν εκφράζονται μέσω της δικής τους γλώσσας, αλλά της «γλώσσας» που διαμορφώνεται στις άκρες του Ελληνισμού, όπως το επέλεξε η Σαπφώ, ο Παπαδιαμάντης, ο Βαλτινός. Η επιλογή της διαλέκτου στη λογοτεχνία εξυπηρετεί το συναίσθημα.

Οι ντοπιολαλιές των ηρώων συγκλονίζουν. Καταφέρνουν να εκφράσουν τη συνείδηση και την ιστορική απεραντοσύνη της κάθε κοινότητας ξεχωριστά. Και έτσι, με αυτόν τον τρόπο, η μητρική γλώσσα με τη μορφή της τοπικής διαλέκτου συνδέεται άρρηκτα  με τον τόπο που μας γέννησε. Στους φτωχούς και αμόρφωτους πρωταγωνιστές του Γκιαγκ βρίσκει υπόσταση ένας άλλος κόσμος, μακριά από την επιτηδευμένη τέχνη του λόγου. Μιλούν, βρίζουν, καταριούνται, ερωτεύονται, εκδικούνται μέσα από την προφορική, βιωματική και συγκινησιακή πλευρά της γλώσσας που τους μεγάλωσε.

Οι ήρωές του είναι αντιήρωες. Είναι βασανισμένοι, αμόρφωτοι, τυραννισμένοι. Βρίσκονται στην άλλη πλευρά μιας πολεμικής ιστορίας: στην πλευρά των όπλων. Κι όμως, ακόμη κι έτσι, είναι και οι ίδιοι θύματα. Η λαϊκή ψυχή και τα «ντέρτια» της μπορούν να εκφραστούν μόνο μέσω της διαλέκτου τους. Έτσι, το σύμπαν το δικό τους γίνεται βίωμα του αναγνώστη.

Ο ελληνικός προφορικός λόγος κοντά στο αρβανίτικο ιδίωμα ακούγεται σαν δημοτικό τραγούδι κατακερματισμένο. Η τοπική διάλεκτος δεν έρχεται για να κλονίσει την εθνική κυριαρχία μίας και μόνο νεοελληνικής. Αντιθέτως, έρχεται για να συνυφάνει την ετερογένεια της ενιαίας ελληνικής γλώσσας, να σκιαγραφήσει τον τόπο που μας γέννησε, να δηλώσει τα ιδιαίτερα κοινωνικά του χαρακτηριστικά και να ξεπεράσει τη χρηστική της αξία, εκφράζοντας τη συγκινησιακή της πλευρά.

Με την ντοπιολαλιά η ιστορία ανακαλείται, δρα και εξιστορείται διά του στόματος των πρωταγωνιστών. Προσθέτουν χρώμα και ποικιλία στην εθνική γλώσσα. Είναι αναγκαίες εξάλλου, για να αναβιώσουν τον ξεχασμένο και «παρακατιανό» χωροχρόνο της υπαίθρου. Αποτελούν το απαραίτητο συστατικό της διαχρονικής ελληνικής παρουσίας, αποκρυσταλλώνοντας τις ιδιαίτερες πεποιθήσεις, το συναισθηματικό υπόβαθρο, τους άγραφους ηθικούς κανόνες της τιμής και τη συνείδηση της ταυτότητας και της μοίρας του λαού.

Η ντοπιολαλιά δεν προσπαθεί να δυσκολέψει ούτε αποτελεί πειραματική γραφή. Αφήνει απλώς την ιστορία να ενσαρκωθεί έναρθρα.

Υστερόγραφο: Προς αποφυγή παρεξηγήσεων και προτού προλάβουν οι απανταχού νεοκύπριοι να ενστερνιστούν το εν λόγω άρθρο, όχι, σε καμία των περιπτώσεων δεν επικροτούνται όσοι χρησιμοποιούν την κυπριακή διάλεκτο ως αυτοσκοπό, απλώς και μόνο για να πείσουν πως αυτή είναι η γλώσσα μας. Έτσι, τα οποιαδήποτε δημοσιεύματα επιλέγουν να ομιλήσουν κυπριακά απλώς επειδή το θεωρούν «αντίσταση» στην «επιβολή της νεοελληνικής», εκφράζοντας έμμεσα την απύθμενη απέχθεια στη γλώσσα που μας χάρισαν οι αμμουδιές του Ομήρου, αποτυγχάνουν. Και όχι επειδή δεν οφείλουμε να διατηρούμε ή να αναπαράγουμε γραπτώς την κυπριακή διάλεκτο ή επειδή δεν είναι «ωραία», αλλά επειδή οι ίδιοι απέχουν χιλιόμετρα από το να εκφράσουν, μέσω της χρήσης της, τις εξομολογήσεις, τις αναμνήσεις και το είναι του πολιτισμού της. Ας αφήσουμε τον εθνικό Μιχαηλίδη, τον ειδυλλιακό Λιπέρτη, τον ερωτικό Πασιαρδή και τα υπέροχα δημοτικά μας τραγούδια να αναδείξουν ανεπιτήδευτα τον ψυχισμό της Κύπρου.

1 thought on “«Με τη γλώσσα ο άνθρωπος αιχμαλωτίζει το σύμπαν»”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *