Το θέατρο του παραλόγου (επιεικώς)
Ανταποκρίσεις Επιλεγμένα Κοινωνία Κυπριακό Πολιτική

Το θέατρο του παραλόγου (επιεικώς)

Της Μαρίας Χ.

ΤΙ ΚΡΥΒΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ

Εντάξει. Παραδέχομαι ότι εδώ και κάποιο καιρό επιλέγω να παρευρίσκομαι στοχευμένα σε συγκεκριμένου μπάκραουντ εκδηλώσεις, όπου πρωταγωνιστούν συγκεκριμένης πάστας ηθοποιοί (βλ. πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, αναλυτές, δημοσιογράφοι κ.ά.) – την ειλικρινή συγγνώμη μου σε όσους όντως ποιούν ήθος. Στόχος αυτής μου της γενναίας πλην μαζοχιστικής ενέργειας δεν είναι άλλος από την προσωπική μόρφωση και την αειφόρο ενημέρωση για την πολυπόθητη επαναπροσέγγιση των απανταχού βασανισμένων Κύπριων αδελφών, τις μεθόδους της και την ανώτατη μορφή έκφρασής της, την ολοκλήρωση και ανεύρεση της χαμένης εθνικής (;) ταυτότητας του Κυπραίου (;) – την από χίλια μύρια κύματα διελθούσα (την κΆημενη), τη δοξασμένη, γνωστή πια σε όλους μας ως ΔΔΟ. Καλά μέχρις εδώ. Και τις πληροφορίες μου συνέλεξα και τα υπογλώσσιά μου τα κατάπια και την πίστη μου στο ανθρώπινο είδος έχασα.

Αλλά! Δεν σκέφτηκα ποτέ, η άσπλαχνη σκύλα, να δώσω ένα κουκί σημασίας στους κομπάρσους αυτής της τραγικής φαρσοκωμωδίας. Και εξηγούμαι. Η έννοια του «κομπάρσου» στην υπό εξέταση περιπτωσιολογική μελέτη, πρώτον, αναφέρεται σε όλους αυτούς τους αφανείς ήρωες-ψηφοφόρους-ζόμπι που έχουν πλήρως ταυτίσει τη μοίρα και την επιβίωσή τους (ενώ προφανέστατα, και μεταξύ μας, παραδίδουν ψυχή τε και σώματι στον –τώρα και με βούλα– Σουλτάνο Ερντογάν) με την επιχειρηματολογία-μη-χέσω των ηθοποιών (βλ. άνωθεν) και, δεύτερον, περιλαμβάνει όλων των ειδών τα φρούτα.  Από τα πιο επιφανή, όπως π.χ. τα μωρά των πολλά υποσχόμενων ΜΚΟ που έχουν καταντήσει μάστιγα για τον αληθινά σκεπτόμενο άνθρωπο, μέχρι τους λογής λογής παράγοντες-πασιφιστές, οι οποίοι κατακλύζουν τη νεκρή ζώνη χορεύοντας, τραγουδώντας, ποδηλατώντας, τρώγοντας κ.τ.λ. «για την ειρήνη» (επειδή η ειρήνη έρκεται άμαν της κάμεις μιιιψ και δώσεις της τζιαι λλίο δικοινοτικό κυπριακό χαλλουμούδι), αλλά και ειλικρινά απλούς κοινούς θνητούς που από την άνεση του καναπέ τους πιστεύκουν που τ’ αλήθκεια και με βαθύτατη αφέλεια ότι η ΔΔΟ θα λειτουργήσει και θα μας σώσει.

Προβληματισμός: «Καλά, ρε παιδί μου, τούτοι ούλλοι οι ανήθικοι, οι ασυνείδητοι οι πολιτικοί μας (και σία) πληρώννουνται τζιαι κάμνουν την δουλειάν τους. “Πιστεύουν” στη ΔΔΟ για χάρην της καριέρας, της δόξας, της καρέκλας, των λεφτών. Ο υπόλοιπός κόσμος; Καμία επαφή με την πραγματικότητα; Εν’ δυνατόν να είμαστεν τόσον άβουλα πρόβατα πλέον;» Γι’ αυτό και αποφάσισα, στις αρχές του μήνα, να πάρω τα δεφτέρκα μου και να πάω να παρακολουθήσω χωρίς προκατάληψη ένα «συμπόσιο», όπου μέρος δεν λάμβαναν επιφανείς διάφοροι, αλλά συγγραφείς, ποιητές, σκηνοθέτες, φιλόλογοι, καθώς και ο κόσμος που καλείτο να μοιραστεί σκέψεις και εμπειρίες του. «Η δική μου πατρίδα», ο τίτλος του. Τι το ’θελα;

Από την περιγραφή της εκδήλωσης και μόνο εζαλίστηκα. Έδινε, ομολογουμένως, μάθημα συλλογικότητας: «Με αφορμή την εισαγωγή της διδασκαλίας έργων Τουρκοκυπρίων λογοτεχνών στο μάθημα Νέων Ελληνικών στα Δημόσια Σχολεία της Κυπριακής Δημοκρατίας μπαμ, επιχειρούμε να αναδείξουμε ότι οι Κύπριοι συγγραφείς –Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι– που μοιράζονται μια κοινή πατρίδα, κοινές εμπειρίες και βιώματα μπουμ παρουσιάζουν στα έργα τους κοινές θεματικές και ανησυχίες συνυφασμένες με τις αγωνίες και τις περιπέτειες ξαναμπάμ της πικρής τους πατρίδας». – Αντιπαρέρχομαι τα περί εισαγωγής της διδασκαλίας έργων Τ/κ λογοτεχνών στα σχολεία και σχολιάζω την έλλειψη συναίσθησης ως προς τη σοβαρότητα του ζητήματος. Οι «αγωνίες» και «περιπέτειες» της «πικρής τους πατρίδας». Κάτι σαν παραμυθάκι, ας πούμε. «Οι περιπέτειες της μικρής Κυπρούλας», όπου στο τέλος έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Η απόταξις του υλισμού: «Δεν πιστεύω στην περιουσία, να σου ανήκει κάτι. Είναι οι μνήμες που είναι συνδεδεμένες με τους τόπους». – Συγκινητικό. Αλλά έχω μία αίσθηση ότι η Τουρκία δεν διακατέχεται από τέτοιον ιδεαλισμό. Ο Βορράς είναι «ΤΔΒΚ» και τους ανήκει. Ούλλα τζι ούλλα.

Ο πατατοπαραγωγός-δολοφόνος: «Ο παππούς μου είχε έναν αχυρώνα. Τον έπιασαν οι Ελληνοκύπριοι και έκοψαν τα δέντρα και έβαλαν πατάτες. Όταν πήγα και τον είδα έβαλα τα κλάματα. Ήταν μακελειό. Μακελειό». – Μα καταλαβαίνετε για τι γενοκτονία μιλούμε; Να κόψει τα δεντρά τζιαι να βάλει πατάτες; Μα πατάτες; Εν εσκότωννεν κανέναν πλάσμαν καλλύττερα;

Η τέχνη του πού σου νεύκω πού πάεις: «Το τοίχος και τα σύνορα είναι ψευδαίσθηση και υπάρχουν μόνο στα μυαλά των ανθρώπων και δημιουργούνται από τον εθνικισμό. Αν πας κοντά να το δεις, θα δεις ότι σκουριάζει και αποσυντίθεται». – Εν ηξέρω αν συμφωνείτε μαζί μου, αλλά άμα θεωρείς ότι όντως είναι ψευδαίσθηση, μα ταυτοχρόνως το βλέπεις και να σκουριάζει και να αποσυντίθεται, δεν σημαίνει ότι μάλλον εν’ χαππούθκια που χρειάζεσαι; Αν, δε, αυτή σου την άποψη την ασπάζονται κι άλλοι, ε… ζήτω που καήκαμε.

Η μεταμοντέρνα θεωρία για αρχάριους: «Κανονίζουμε τις μνήμες μας με τέτοιον τρόπο ώστε να θυμόμαστε καλύτερα κάποια πράγματα και όχι τόσο καλά κάποια άλλα. Εγώ δεν νιώθω ειλικρινής με καμία αφήγηση, γι’ αυτό θα διηγηθώ κομμάτια», όπως επίσης και «Όλοι έχουμε την επίσημη Ιστορία μας που μαθαίνουμε στα σχολεία. Η αλήθεια είναι κάπου μεταξύ και το να γράφουμε λογοτεχνία είναι η προσπάθειά μας να τη βρούμε». – Μόλις διαβάσατε το πρόβλημα της ιστορικής επιστήμης στην Κύπρο. «Κομμάτια» που τάχα «δεν θυμόμαστε» και λογοτέχνες που γράφουν Ιστορία. Ε κοπέλια, ό,τι δηλώσεις είσαι σε αυτήν τη ζωή! Ως ιστορικός, ας μου επιτραπεί να δηλώσω μόνο ότι το «κάπου μεταξύ» είναι πολύ πασέ, ρε παιδί μου!

Η ειλικρίνεια (μέχρι) αηδίας: «Μετακομίσαμε στη Λύση. Δεν ξέρω αν ξέρετε τη Λύση. Δεν θέλω να μιλήσω για δράμα και τραγωδία, επειδή εγώ πέρασα καλά μετά τον πόλεμο στη Λύση». – Λύση ή λύση; Ας ρωτήσουμε τον Αυξεντίου να μας πει.

Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης από γεννησιμιού: «Άκουγα ιστορίες από τους γονείς και τους παππούδες μου, την ιστορία για το πώς αναγκάστηκαν να φύγουν –γιατί είναι πρόσφυγες– και πάντα ένιωθα ότι υπερβάλλουν. Ήθελα να ακούσω και από άλλους ανθρώπους την άλλη πλευρά». – Σπουδαίο παράδειγμα! Μια από τις «Περιπέτειες της μικρής Κυπρούλας», ας πούμε, θα ήταν η εξής: «Μάμμα, εβίασέν με ο Αττίλας». «Μα ποιος Αττίλας, κόρη; Τζείνον το καλόν το Τουρκούιν, το όμορφον; Όι όι, θα υπερβάλλεις. Κάτι εν θα εκατάλαβες καλά. Είπα σου να μεν προκαλείς την τύχην σου. Άμπα τζι εφόρες καμμιάν κοντήν φουστούαν αλόπως. Πάμεν να ακούσουμεν τζιαι την άλλην πλευράν». Καμία ελπίδα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *