Γονατίζοντας την περηφάνια μας
Ελλάδα Επιλεγμένα Κοινωνία Πολιτική Πολιτισμός

Γονατίζοντας την περηφάνια μας

Του Γιώργου Λαγάκου

ΟΜΕΡΤΑ

Το γιατί η νεολαία εγκαταλείπει τη μητροπολιτική Ελλάδα και την Κύπρο είναι μια συζήτηση που πονά. Από την περίοδο που οι Έλληνες ξεκινούν να καταγράφονται στον χάρτη της Ιστορίας, ξεκινά και μια μακρά παράδοση μετανάστευσης. Μια μετανάστευση που κάθε φορά έπαιρνε διαφορετικές μορφές. Σήμερα όμως ζούμε κάτι διαφορετικό, πέραν από τις ελληνικές κοινότητες στη Γερμανία, τις ορθόδοξες ενορίες στην Ολλανδία, τα ελληνικά σχολεία στο Η.Β., την Ελληνική Ορθόδοξη Σχολή στις ΗΠΑ κ.τ.λ. Ο σημερινός Έλληνας έχει απογοητευτεί τόσο πολύ από «το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομότροπον και το ομόθρησκον», που μαζεύει ό,τι έχει και ψάχνεται αλλού. Σηκώνεται και φεύγει χωρίς καλά καλά να γνωρίζει πού θα πάει, ποιον θα βρει και πώς θα ζήσει, με σύνθημα: «Όσο πιο μακριά, τόσο το καλύτερο». Πολλά γράφτηκαν για την οικονομική κρίση που έχει θερίσει και διώξει τα παιδιά μας στα εξωτερικό. Ως εκ τούτου, δεν θα εστιάσω σε αυτήν. Άλλωστε, δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο. Θα εστιάσω όμως σε μιαν άλλην πτυχή –η οποία θεωρώ πως μας έχει οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση–, το μεγαλύτερο πρόβλημα του Έλληνα τον τελευταίο ενάμισι αιώνα. Τον υπέρμετρο ναρκισσισμό για το παρελθόν του, χωρίς να συμπεριφέρεται στο παρόν με τέτοιον τρόπο που να συνδέεται με αυτό το παρελθόν και χωρίς κανένα πλάνο για ένα ισάξιο μέλλον.

Αλήθεια, τι νόημα έχει να είσαι η γενέτειρα της δημοκρατίας, αν σήμερα αυτές οι έννοιες χάνονται σε βουλευτικά έδρανα, σε διεθνείς οργανισμούς και σε εξωτερικές παρεμβάσεις; Όταν ξυπνάς μια μέρα και οι τράπεζες έχουν «βάλει χέρι» στα λεφτά των καταθετών; Τι νόημα έχει να έχεις γεννήσει τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Σωκράτη, όταν σήμερα δεν έχεις αναδείξει τίποτε από τη φιλοσοφική τους σκέψη. Και εκτός από αυτό, έχεις στην αφάνεια μορφές που θα μπορούσαν να σταθούν ισάξια δίπλα στους προηγούμενους ογκόλιθους. Τι νόημα έχει το ότι γέννησες τον Λεωνίδα, τον Θεμιστοκλή, τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη, όταν σήμερα η πολιτεία και το κράτος κουνά επιδεικτικά το δάχτυλο στις στρατιωτικές ηγεσίες, προσπαθώντας να τις μετατρέψει από το Εθνικό Σώμα Ασφάλειας σε κάτι που δεν είναι – σε Υπηρεσία Απόδοσης Τιμών σε ξένους και τοπικούς αξιωματούχους. Τι νόημα έχει να είσαι περήφανος Έλληνας για το παρελθόν, αν το παρόν είναι τόσο βρώμικο και το μέλλον τόσο τρομακτικό; Που είσαι ένας λαός που αναγνωρίζεις με τη σέσουλα τη «μετά τον θάνατο προσφορά» ανθρώπων στους οποίους οφείλεις την ελευθερία σου – την οποίαν όμως τώρα διαχειρίζεσαι σαν κακομαθημένο πλουσιόπαιδο που κάνει επίδειξη με τα λεφτά του μπαμπά; Τι νόημα έχει το να είσαι σύμβολο της ελευθερίας, όταν παίζεις κρυφτό με την κατοχή και προσπαθείς να την κρύψεις κάτω από το χαλί;

Ο Έλληνας φεύγει όχι απλώς λόγω κρίσης, αλλά και λόγω αντίδρασης. Εξαιτίας μιας «ασυνείδητης» σύγκρουσης με την πολιτεία που, ενώ τον γέννησε μέσα στο φως και τον πολιτισμό, τον καταδίκασε να ζει στο σκοτάδι. Και εδώ έρχεται η ευθύνη μας. Είμαστε εμείς που επιλέγουμε αν θα κλείσουμε στη βαλίτσα μνήμες, γνώσεις και όνειρα και θα τραβήξουμε γι’ αλλού ή θα σταθούμε στη «γη που μας γέννησε» όχι με περηφάνια, αλλά με χρέος. Μόνη λύση, λοιπόν, είναι να συνθλίψουμε το αίσθημα περηφάνιας για τα κατορθώματα των προγόνων μας και να εστιάσουμε στο αίσθημα ευθύνης και χρέους του να παραμείνουμε συνεχιστές τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *