H μεταπραγματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ και η ανάγκη «κοινωνικής αντιπολίτευσης»
Ελλάδα Κοινωνία Πολιτική

H μεταπραγματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ και η ανάγκη «κοινωνικής αντιπολίτευσης»

Του Μιχάλη Πετμεζά

ΤΖΕΡΟΝΙΜΟ

Στον κόσμο της προπαγάνδας που εξαπολύουν οι κυβερνώσες ελλαδικές δυνάμεις, η καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης έχει, μεταξύ άλλων, θετικό αντίκτυπο ή, τουλάχιστον, αποτελεί «αναγκαίο κακό» καθώς η κυβέρνηση διαπραγματεύεται σθεναρά και μετακινεί τους θεσμούς σταδιακά έξω από το πλαίσιο της σκληρής λιτότητας, πετυχαίνοντας να εισάγει πινελιές μιας «αναπτυξιακής πολιτικής» στο οικονομικό πρόγραμμα. Αδιάψευστο τεκμήριο, συνεχίζουν, για τις αγαθές προθέσεις της κυβέρνησης είναι η επιμονή των Τσακαλώτου-Αχτσιόγλου να υπερασπίζονται τις συλλογικές συμβάσεις απέναντι στις μεταρρυθμίσεις-εργασιακό οδοστρωτήρα που προωθεί το ΔΝΤ.

Και ενώ αυτά συμβαίνουν στον παράλληλο, χαρούμενο κόσμο των κυβερνητικών ανακοινώσεων, στο μέτωπο της ίδιας της καθημερινότητας κυριαρχεί ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα: Καθώς διανύουμε το τρίτο μεγάλο κύμα αβεβαιότητας από το φθινόπωρο του 2014 (καθυστέρηση αξιολόγησης της κυβέρνησης Σαμαρά, «περήφανη διαπραγμάτευση» του ΣΥΡΙΖΑ και τωρινές παλινωδίες), επιστρέφουμε ξανά στο σημείο μηδέν, μιας επαναλαμβανόμενης πρόβας τζενεράλε των αρχικών σταδιών μιας πραγματικής οικονομικής κατάρρευσης όπου τα κεφάλαια διαφεύγουν μαζικά από τις τράπεζες και η αγορά «στεγνώνει» εντελώς από χρήμα. Έτσι, δύο χρόνια μετά την άνοιξη του 2015, βυθιζόμαστε και πάλι σ’ ένα «θανάσιμο σπηράλ», ενώ στα κέντρα των μεγάλων πόλεων της χώρας επικρατεί ένα βουβό κλίμα «κατάστασης πολιορκίας» με τους δρόμους να είναι άδειοι και τον κόσμο κουμπωμένο όσο ποτέ άλλοτε.

Και είναι αυτή ακριβώς η «κατάσταση πολιορκίας» που λειτουργεί εν τοις πράγμασι ως ένα δεύτερο παράλληλο μνημόνιο που λειτουργεί ταυτόχρονα με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές – παράγοντας με πολύ αρνητικότερα αποτελέσματα ακόμα και στα πεδία από τα οποία η κυβερνητική προπαγάνδα σπεύδει να εκβιάσει από τα μαλλιά. Γιατί στην πραγματικότητα, ακόμα και γι’ αυτόν τον «κόσμο της εργασίας» ή μάλλον κυρίως γι’ αυτόν, το ίδιο γεγονός της σθεναρής (και όχι περήφανης αυτήν τη φορά…) διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης λειτουργεί περισσότερο επιβαρυντικά από τα θετικά που η κυβέρνηση προσπαθεί έστω και προσχηματικά να περισώσει. Έτσι, εμφανίζεται να «μάχεται» για τις συλλογικές συμβάσεις (που πλέον αγγίζουν μόλις το 7%-8% των μισθωτών) την ίδια στιγμή που οι υπόλοιποι χαντακώνονται εν τοις πράγμασι από το κλίμα καθήζισης που επικρατεί, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των απασχολούμενων στην ελληνική οικονομία συνδέεται με το μωσαϊκό των μικρών και των μεσαίων που παραπαίουν μέσα σε κλίμα αβεβαιότητας. Άρα για ποιο κοινωνικό κυβερνητικό προφίλ μιλάμε όταν τα έμπρακτα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής συμβάλουν de facto σε περαιτέρω συμπίεση των εισοδημάτων της μισθωτής και αυτοαπασχολούμενης πλειοψηφίας; Εν τέλει, το μόνο που θα καταφέρουν οι κυβερνητικές παλινωδίες είναι να μας παραδώσουν εντελώς γονατισμένους στις ορέξεις των δανειστών, μερικές βδομάδες ή μερικούς μήνες αργότερα – λες και ζούμε τη μέρα της μαρμότας με εκείνην την εφιαλτική «υπερήφανη διαπραγμάτευση» του 2015. Ούτως ή άλλως, σε εκείνο το σημείο έχουμε επανέλθει, καθώς οι καθυστερήσεις εξανέμισαν όποιο θετικό απόθεμα οικονομικής ανασυγκρότησης είχε συσσωρευτεί μέσα στο 2016.

Για να καταλάβουμε τι κάνουν αυτήν τη στιγμή οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ίσως θα ήταν καλύτερο να μην αναλύσουμε την κατάσταση με όρους κυβέρνησης-αντιπολίτευσης-λαού, όπως συνηθίζεται: Μπροστά μας έχουμε μια κυβερνητική παράσταση, ένα θέατρο σκιών μιας πολιτικής δύναμης που παραμένει γαντζωμένη στην εξουσία, πασχίζοντας να διατηρήσει τεχνητά ορισμένα προσχήματα «κοινωνικής ευθύνης» για να επιβιώσει κομματικά στο μέλλον. Για να λειτουργήσει αυτή η παράσταση, έχει την ανάγκη να ανακυκλώνει μια διαπραγμάτευση – «υπερήφανη» το 2015, «σθεναρή» το 2017.

Στην πραγματικότητα, το θέατρο αυτών των διαπραγματεύσεων είναι που επιδοτεί με την ακραία συμπίεση των εισοδημάτων ο ελληνικός λαός -και αυτό είναι που θα πρέπει να μας εξοργίσει περισσότερο-, καθώς το συνολικό κόστος είναι πολύ περισσότερο από τις χορηγίες που δίνει το κράτος στη Ρηνιώ Δραγασάκη και οι οποίες έχουν προκαλέσει την κοινή γνώμη.

Κοινώς, η κυβέρνηση μας έχει πιάσει «όμηρους» στα δίκτυα της δικής της επικοινωνιακής αναγκαιότητας. Μας «στίβει» και μας αναλώνει μόνο και μόνο για να αποδείξει στον εαυτό της, στο κόμμα, στους ψηφοφόρους ότι συνεχίζει να κινητοποιείται από αγαθές προθέσεις: Το προηγούμενο επεισόδιο αυτού του σόου, με πρωταγωνιστή, τότε, τον Βαρουφάκη, θα κοστίσει στον ελληνικό λαό υπερπολλαπλάσια απ’ ό,τι η Ολυμπιάδα του 2004. Αυτό το νέο επεισόδιο, άραγε, πόσο θα κοστίσει;

Για κάποιον που έρχεται αντιμέτωπος με τα αδιέξοδα της «πραγματικής πραγματικότητας» είναι προφανές ότι η αστειότητα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έπρεπε να έχει τελειώσει προ πολλού, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2015. Τα πράγματα όμως δεν προχωρούν, διότι «κάτι λείπει» από τη διάταξη του πολιτικού σκηνικού, που επιτρέπει σε αυτήν την κυβέρνηση να μακροημερεύει παρ’ όλο που κατακρυμνίζεται στις δημοσκοπήσεις: Αυτό δεν είναι άλλο από την «κοινωνική αντιπολίτευση», δηλαδή από κάποιους που να θέσουν το αδιέξοδο από τη σκοπιά της κοινωνίας.

Διότι, στην πραγματικότητα, η παρουσία και η αντιπολίτευση του Μητσοτάκη, που αντιπροσωπεύει το κατεστημένο, αφαιρεί και δεν προσθέτει από τη σκοπιά της κοινωνικής αγανάκτησης: Αν στο τιμόνι της ΝΔ ήταν κάποιος άλλος, η διαφορά θα είχε εκτοξευθεί ακόμα περισσότερο, διότι ο πραγματικός βαθμός δυσαρέσκειας είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που δύναται να εκφράσει σήμερα η αξιωματική αντιπολίτευση ή ακόμα και ολάκερο το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ το γνωρίζει πολύ καλά αυτό και προσπαθεί να πλειοδοτήσει στο αδιέξοδο εμφανιζόμενος ως το «μη χείρον», προσβλέποντας να κυβερνήσει με αυτόν τον τρόπο, όσο πάει, με το να εκβιάζει τον ελληνικό λαό.

Δίχως σοβαρές (και, αναπόφευκτα, πολύ αρνητικές) εξελίξεις στο μέτωπο με τους δανειστές ή εκείνο των ελληνοτουρκικών, αυτό το τελευταίο χαρτί που διαθέτει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να του το αφαιρέσει άμεσα κανείς άλλος από το πολιτικό σύστημα. Μόνο μια κινητοποίηση της κοινωνίας εναντίον της κυβέρνησης: Όχι ένα «κίνημα» φορέων και συλλογικοτήτων, καθώς και αυτές παίζουν παραπληρωματικό ρόλο ως προς το πολιτικό σύστημα, αποτελούν δυνάμεις που βρίσκονται «εντός» και όχι εκτός κατεστημένου.

Αλλά μια διάχυτη κοινωνική κατακραυγή που θα θρυμματίσει αυτήν την προπαγανδιστική, μεταπραγματική βιτρίνα και θα αποκαλύψει τους κυβερνητικούς (υπουργούς και βουλευτές) σαν αυτό που πραγματικά είναι: Δυνάστες του λαού, αποκορύφωμα και όχι υπέρβαση του κατεστημένου.

Κοινώς, αν ο ελληνικός λαός δεν συμμαζέψει την απελπισία του, να βρει το κουράγιο για να κυνηγήσει αυτήν την κυβέρνηση, όπως κυνήγησε την κυβέρνηση του ΓΑΠ το 2011, αν δεν τους απονομιμοποιήσει όπως είχε απονομιμοποιήσει τότε όλους αυτούς που επέβαλαν μνημόνια λέγοντας «λεφτά υπάρχουν», τότε δεν μπορεί να ξεκινήσει καμία διαδικασία «θετικής αλλαγής» μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Μόνο μια κοινωνική αντιπολίτευση είναι σε θέση να δώσει τέλος στο μαρτύριο που ζούμε με αυτήν την κυβέρνηση άμεσα και άρα με το μικρότερο δυνατό (επιπλέον) κόστος. Αν γίνει κάτι τέτοιο, θα έχουν διαμορφωθεί ταυτοχρόνως και οι συσχετισμοί μέσα στην κοινωνία για να συγκρατηθούν και οι (όποιοι) επόμενοι.

Ειδάλλως, το σημερινό αδιέξοδο θα ολοκληρωθεί σε καταστροφή, που όσο πάει θα είναι και μεγαλύτερη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *