Όταν η νηστεία γίνεται λάιφσταϊλ αλλά και «δικαίωση»
Επιλεγμένα Θρησκεία Κοινωνία Πολιτισμός

Όταν η νηστεία γίνεται λάιφσταϊλ αλλά και «δικαίωση»

Του Σιλουανού Νικολάου

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ

Μπήκαμε εδώ και λίγο καιρό στην περίοδο της Σαρακοστής που κορυφώνεται στη Μεγάλη Εβδομάδα των παθών του Χριστού. Με αφορμή ακριβώς τα πάθη του Χριστού, η Εκκλησία όρισε αυτή την περίοδο άσκησης διά μέσου της νηστείας. Όπως γίνεται δηλαδή και σε άλλες περιόδους, όπως για παράδειγμα πριν τα Χριστούγεννα ή ακόμη παραμονή των Φώτων που είναι αυστηρή νηστεία.

Η εκκλησιαστική νηστεία έχει δύο χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι το γεγονός του «ορισμού» της νηστείας σε συγκεκριμένες περιόδους. Η Εκκλησία δεν όρισε τη νηστεία σε συγκεκριμένες περιόδους για να ασκήσει την «εξουσία» στους πιστούς. Η νηστεία ορίζεται σε συγκεκριμένες περιόδους για να κοινωνούν οι πιστοί εντός ενός σώματος την ίδια την πράξη της νηστείας. Είναι δηλαδή ένα είδος κοινωνίας. Σε αιρέσεις (κυρίως προτεσταντικές) παρατηρείται το φαινόμενο της ατομικής νηστείας. Δηλαδή ένας άνθρωπος ή και μια οικογένεια αποφασίζει πότε θα νηστέψει. Αυτό, παρ’ όλο που μπορεί να ακούγεται θετικό, εν τούτοις γίνεται στο πλαίσιο μιας ατομοκεντρικής σωτηριολογικής κοσμοθεωρίας, στην οποία ο άνθρωπος σώζεται και καταξιώνεται από τα δικά του επιτεύγματα και τη δική του προσπάθεια. Υπάρχει, δηλαδή, η αίσθηση της αξιομισθίας. Σε αντίθεση με την Εκκλησία, η οποία εκλαμβάνει τη σωτηρία ως κοινωνία με τους συνανθρώπους και εν τέλει με το ίδιο το Πρόσωπο του Χριστού.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της νηστείας είναι η προσωπική άσκηση του κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος καλείται να περάσει σε έναν άλλον τρόπο ζωής, να ξεφύγει από την «κτιστότητά» του και να οδηγηθεί με αυτόν τον τρόπο στην έλξη της χάριτος του Θεού. Αυτό μπορεί να ακούγεται θεωρητικό εκ πρώτης όψεως, αλλά επειδή η Εκκλησία δεν είναι κανονιστικό-νομικό σχήμα αλλά εμπειρία σχέσεων, φαίνεται ότι αφού σκοπός του ανθρώπου της Εκκλησίας είναι η έξοδος από την ύλη και η είσοδός του στην κοινωνία του Θεού, είναι λογικό να οδηγηθεί στην άσκηση της νηστείας για να αποφύγει κάθε προσκόλληση στη γαστριμαργία* και κατ’ επέκταση στα κτιστά πάθη.

Η νηστεία, δηλαδή, μας βάζει σε έναν άλλον τρόπο της ύπαρξής μας. Ο άνθρωπος πλέον αγωνίζεται να ξεφύγει από τα ζωικά του ένστικτα και να οδηγηθεί σε έναν τρόπο ζωής εξόδου από τον εαυτό, κοινωνία με τον συνάνθρωπο και με τον ίδιο το Θεό.

Τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια ευφορία στις «θετικές» συζητήσεις για τη νηστεία. Πολλοί ειδικοί, διατροφολόγοι, μπλογκς, ιστοσελίδες προτείνουν τη νηστεία ως μια διαφορετική διατροφή, στην οποία ο άνθρωπος αποτοξινώνεται, χάνει περιττά λίπη κτλ. Είναι δηλαδή ευκαιρία για τον άνθρωπο να ζήσει πιο υγιεινά αυτή την περίοδο, γι’ αυτό ακριβώς την προτείνουν κάποιοι. Παρ’ όλο που είναι αληθή τα όσα παραθέτουν ειδικοί, εν τούτοις αυτό δεν έχει και πολλή σχέση με τη νηστεία που προτείνει η Εκκλησία. Είναι απλώς μια ευκαιρία για εναλλακτική διατροφή.

Από την άλλη βέβαια υπάρχουν και άνθρωποι που βλέπουν τη νηστεία ως μια κοπιαστική διαδικασία, στην οποία όμως ο άνθρωπος κατά κάποιον τρόπο «κερδίζει πόντους» στον πνευματικό αγώνα. Μια τέτοια προσέγγιση βέβαια και πάλι δεν έχει και πολλή σχέση με τη νηστεία της Εκκλησίας.

Συνεπώς, η εκκλησιαστική νηστεία δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε λάιφσταϊλ ούτε και μέσο αυτοδικαίωσης. Είναι ένας τρόπος ζωής διαφορετικός, μια πρόταση ζωής δηλαδή. Χρόνο με τον χρόνο, ο άνθρωπος που ελπίζει στην αγάπη του Χριστού βιώνει τη νηστεία σε κάθε περίοδο διαφορετικά. Κάθε χρονιά είναι όντως διαφορετική και συνάμα συναρπαστική. Αυτό βέβαια το κάνει ακόμη πιο συναρπαστικό, γιατί δεν έχει τελειωμό. Δεν έχει κορεσμό, κατά τον Άγιο Πορφύριο, η αγάπη στον Θεό· η κοινωνία δηλαδή με τον Θεό. Δεν μπορεί δηλαδή ο άνθρωπος να φτάσει σε ένα σημείο ύψιστης πνευματικής χάριτος, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει αυτό το σημείο. Όλος ο ανθρώπινος βίος είναι ένας διαρκής έρωτας προς τον Θεό.

* Γαστριμαργία = η κατανάλωση μεγαλύτερης ποσότητας φαγητού ή ποτού από όση είναι απαραίτητη για την επιβίωσή μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *